Τετάρτη, 5 Σεπτεμβρίου 2012

Λύκειο

Στο τέλος του γυμνασίου, ο μαθητής πρέπει να αποφασίσει αν θα συνεχίσει στο σχολείο, σε μια σχολή ή πουθενά. Επιλέγοντας ότι θα συνεχίσει στο λύκειο πρέπει να επιλέξει σε ποιο λύκειο, στο γενικό ή στο επαγγελματικό, και μετά σε ποια κατεύθυνση ή ειδικότητα του λυκείου. Στην ουσία, μέσα από όλους αυτούς τους διαχωρισμούς, γίνεται ένας πρόωρος καταμερισμός της εργασίας, μια πρώτη διαλογή: Μια υποτιθέμενη πρώτη κατηγορία των μαθητών που θα ακολουθήσει το γενικό λύκειο και μια υποτιθέμενη δεύτερη κατηγορία που θα ακολουθήσει το επαγγελματικό λύκειο ή και τίποτα. Όμως στην ουσία γενικό ή επαγγελματικό, πρακτικά, από αυτό το σχολείο οι μαθητές θα βγουν λιγότερο ή περισσότερο ημιμαθείς.

Μέσα στο σύστημα παιδείας δεν βλέπουμε πουθενά την φιλοσοφία της διαπαιδαγώγησης του ατόμου. Δεν υπάρχει, δηλαδή, η φιλοσοφία ότι το παιδί πρέπει αρχικά να ολοκληρώσει το διαπαιδαγωγικό του έργο μέχρι την ενηλικίωσή του, να αναπτύξει και να διαμορφώσει την προσωπικότητά του και στη συνέχεια, μέσα από αυτές τις διαδικασίες, να ανακαλύψει τις κλίσεις του. Αντιθέτως, ο μαθητής, όσο μεγαλώνει, τόσο πιο κοντά έρχεται στην κατάρτιση μέσω του σχολείου.

Το γενικό λύκειο είναι στα μάτια της κοινωνίας το σχολείο που θα δώσει στους νεολαίους το εισιτήριο προς την ανώτατη εκπαίδευση. Για αυτό, ήδη από την α λυκείου τα παιδιά μπαίνουν στην λογική των πανελληνίων, ακολουθούν, δηλαδή άτυπα την κατεύθυνση που τυπικά διαλέγουν στη β λυκείου. Ασχολούνται μόνο με τα μαθήματα της κατεύθυνσης τους και όλα τα άλλα μαθήματα τα απομονώνουν ως άχρηστα, αφού δεν θα εξεταστούν σε αυτά. Πολλές φορές και οι ίδιοι οι καθηγητές μπαίνουν σε αυτή την λογική. Ο μαθητής χάνει εντελώς την έννοια της μάθησης και βάζει ως καθαρό στόχο τις πανελλήνιες, μια σχολή και την ψευδαίσθηση μιας μελλοντικής δουλειάς. Παραμερίζεται τελείως πια το δικαίωμα στη γνώση. Στα μάτια των μαθητών, μπαίνει ένας καθαρός στόχος, που τους οδηγεί σε παθητική συμμετοχή και τους μετατρέπει σε μηχανές παπαγαλίας. Μόνο με αυτό τον τρόπο θα καταφέρουν την εισαγωγή τους σε μια σχολή.

Σε όλη αυτή την παράλογη λογική, έρχονται να προστεθούν και οι ατελείωτες ώρες των φροντιστηρίων. Αυτά προετοιμάζουν τους μαθητές για τις πανελλήνιες  και καλλιεργούν την άποψη ότι το σχολείο υστερεί ως προς την προετοιμασία των μαθητών. Επόμενο είναι τα παιδιά να βλέπουν τον χώρο του σχολείου ως μία τυπική διαδικασία, που ευχαρίστως θα παραμέριζαν, αν δεν υπήρχε το όριο των απουσιών.

Το σχολείο μετατρέπεται πια σε κάτι το εντελώς άχρηστο. Η εκπαίδευση χάνει τον δημόσιο χαρακτήρα της. «Η σωτηρία έρχεται μόνο από την παραπαιδεία» φωνάζουν οι φροντιστηριάρχες και οι υπερασπιστές της ιδιωτικής πρωτοβουλίας.

Παράλληλα και στο λύκειο, δεν μπορούμε να μην σταθούμε για άλλη μία φορά στο εκπαιδευτικό υλικό που καλούνται να διαβάσουν οι μαθητές:

• Στο βιβλίο γενικής κατεύθυνσης «ιστορία του νεότερου και σύγχρονου κόσμου» της γ’ ενιαίου λυκείου, γίνεται αναφορά στα εγκλήματα πολέμου στον β παγκόσμιο πόλεμο. Το βιβλίο αναφέρεται, με μισόλογα,  στα στρατόπεδα συγκέντρωσης και στις διώξεις και εξοντώσεις αποκλειστικά εβραίων. Πουθενά, όμως, δεν γίνεται αναφορά στα 2,5-3 εκατ. Κομμουνιστών που βρέθηκαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, όπως επίσης και στους αντιφασίστες, τους τσιγγάνους, τους ομοφυλόφιλους, τους Σλάβους και όλους αυτούς, που το χιτλερικό καθεστώς θεωρούσε κατώτερους ανθρώπους. Για την εγ-χώρια ιστορία γίνεται αναφορά στους Έλληνες Εβραίους αποκρύπτοντας την αιχμαλωσία των Ελλήνων κομμουνιστών. Καμία αναφορά  στη  στάση της αστικής τάξης στα χρόνια της χιτλεροφασιστικής κατοχής, τον δοσιλογισμό, τα τάγματα ασφαλείας και τις «επεμβάσεις» των αγγλοαμερικάνων. Τέλος δεν αναφέρεται, και λογικό για τη «γραμμή» που θέλουν να περά-σουν, ο χαρακτήρας της σύγκρουσης των δύο κοινωνικοοικονομικών συστημάτων, της καπιταλιστικής Γερμανίας και της σοσιαλιστικής ΕΣΣΔ.

Όσον αφορά τον εμφύλιο στην Ελλάδα, πέρα από την συγχυσμένη σύνταξη, πουθενά μέσα στο βιβλίο δεν αναφέρονται τα βασανιστήρια, οι εξορίες, οι φυλακές, οι θάνατοι, οι βόμβες ναπάλμ, αλλά όμως αναφέρεται το παρακάτω: «Επιπλέον, η εμφύλια σύγκρουση διέψευσε με τρόπο επώδυνο τις προσδοκίες για κοινωνική απελευθέρωση και κοινωνική δικαιοσύνη, που είχαν επαγγελθεί κατά τη διάρκεια του πολέμου όλες ανεξαιρέτως οι αντιστασιακές οργανώσεις, δεξιές και αριστερές». Για άλλη μια φορά γίνεται ένα τσουβάλιασμα της ιστορίας, λες και το ΕΑΜ και ο ΕΔΕΣ είχαν ακριβώς κοινούς  σκοπούς και στόχους για την οικοδόμηση της μεταπολεμικής Ελλάδας.

• Να πώς συνεχίζει να βλέπει το ίδιο βιβλίο τα νεότερα γεγονότα όπως την χούντα και το  Πολυτεχνείο του 1973:

«Η δικτατορία των συνταγματαρχών, 1967-1974». Η δικτατορία βρισκόταν υπό την ηγεσία των συνταγματαρχών Γεωργίου Παπαδόπουλου και Νικολάου Μακαρέζου και του ταξίαρχου Στυλιανού Παττακού. Σε σύντομο χρονικό διάστημα οι δικτάτορες απέκτησαν τον έλεγχο του κρατικού μηχανισμού και του στρατού. Καταπατώντας τα δημοκρατικά δικαιώματα των πολιτών, η δικτατορία αποτέλεσε μια οδυνηρή περίοδο της ελληνικής ιστορίας. Επίσης, η χώρα απομονώθηκε διεθνώς, ιδίως στην Ευρώπη: η σύνδεση με την ΕΟΚ «πάγωσε» και η Ελλάδα εκδιώχτηκε από το Συμβούλιο της Ευρώπης. Μόνον οι ΗΠΑ εξακολουθούσαν να τηρούν μια στάση ανοχής προς τους δικτάτορες. Αυτό προκάλεσε την αντίδραση του ελληνικού λαού, που απέδωσε στις ΗΠΑ την επιβολή και την επιβίωση του τυραννικού καθεστώτος. Ο ελληνικός πολιτικός κόσμος αντιτάχθηκε έντονα και αντιστάθηκε στη δικτατορία, με πρωτοστάτες τον Γεώργιο Παπανδρέου (η κηδεία του, το 1968, μετατράπηκε σε συλλαλητήριο κατά του καθεστώτος), τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο, τον Γεώργιο Μαύρο, τον Γεώργιο Ράλλη. Ο Καραμανλής, αυτοεξόριστος στο Παρίσι, κατήγγειλε τη δικτατορία. Στο εξωτερικό, επίσης, ανέπτυξαν αντιστασιακή δράση ο Ανδρέας Παπανδρέου (αρχηγός του ΠΑΚ), ο συνθέτης Μίκης Θεοδωράκης, η Μελίνα Μερκούρη. Από τις πράξεις αντίστασης στο εσωτερικό ξεχωρίζει η απόπειρα του Αλέκου Παναγούλη να σκοτώσει τον δικτάτορα Γεώργιο Παπαδόπουλο- ο Παναγούλης συνελήφθη και βασανίστηκε άγρια. Τον Μάιο του 1973 απέτυχε προσπάθεια του Πολεμικού Ναυτικού να ανατρέψει τους δικτάτορες. Κορύφωση του αντιστασιακού ρεύματος αποτέλεσαν οι φοιτητικές εξεγέρσεις της Νομικής Σχολής στην Αθήνα, τον Φεβρουάριο του 1973, και του Πολυτεχνείου, τον Νοέμβριο του ίδιου έτους. Η εξέγερση του Πολυτεχνείου κατεστάλη από στρατιωτικές δυνάμεις τη νύχτα της 17ης Νοεμβρίου 1973: πολλοί πολίτες βρήκαν τον θάνατο, ενώ άλλοι συνελήφθησαν και υπέστησαν βασανισμούς.

Οι μαθητές μαθαίνουν, λοιπόν ότι, το κύριο πρόβλημα εκείνης της περιόδου ήταν ότι την Ελλάδα την απομόνωσε η Ευρώπη. Δεύτερον, στον αντιδικτατορικό αγώνα πρωτοστάτες ήταν η Μελίνα Μερκούρη, ο Καραμανλής, ο Παπανδρέου, ενώ ο ελληνικός λαός απλά απέδωσε στις ΗΠΑ τις ευθύνες της χούντας. Τρίτον, πέρα από τον Παναγούλη και το βράδυ της 17ης Νοεμβρίου, δεν αναφέρονται πουθενά κατά την διάρκεια της χούντας, τα βασανιστήρια, οι εξορίες, οι φυλακίσεις και όλες οι θηριωδίες των χουντικών, όπως και η οργάνωση πράξεων αντίστασης του λαϊκού κινήματος. Τέλος, αναφέρονται γενικά οι φοιτητικές εξεγέρσεις, χωρίς κάπου να αναλύεται η σύνδεση του αγώνα κατά της χούντας με τον αντιιμπεριαλιστικό αγώνα, χωρίς πουθενά να αναφέρονται συνθήματα των φοιτητών και των εργατών, όπως το σύνθημα «ΕΞΩ ΤΟ ΝΑΤΟ». Κυρίως, στο παραπάνω απόσπασμα, κυριαρχεί η αφήγηση που δείχνει πώς κομμάτι της τότε αστικής τάξης, για τους σκοπούς του, μπλέχτηκε στον αντιδικτατορικό αγώνα.

• Στο τέλος του βιβλίου της ιστορίας, στο γλωσσάρι, υπάρχει ο ορισμός του αστικού σχολείου για τον καπιταλισμό:

Καπιταλισμός (κεφαλαιοκρατία): Κοινωνικο-οικονομικό σύστημα σύμφωνα με το οποίο οι επιχειρηματίες καρπώνονται το κέρδος ως ανταπόδοση για το κεφάλαιο που παρέχουν στην επιχείρησή τους για την παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών στους εργαζομένους. (!)

Οι επιχειρηματίες, με βάση αυτόν τον ορισμό, καρπώνονται το κέρδος ως ανταπόδοση του κεφαλαίου που επενδύουν, με σκοπό την παραγωγή αγαθών και παροχή υπηρεσιών στους εργαζόμενους. Όμως, ποιος χύνει τον ιδρώτα του, ποιος σακατεύεται καθημερινά στα κάτεργα των επιχειρηματιών, για να παραχθούν τα αγαθά; Πώς τελικά δημιουργείται αυτό το κέρδος που καρπώνεται ο επιχειρηματίας ως ανταπόδοση; Πού είναι οι εργαζόμενοι, ο κύριος μοχλός αυτής της διαδικασίας; Μάλλον απολαμβάνουν τα «ανταποδοτικά αγαθά» και τις «υπηρεσίες», γνωστά σε όλο τον εργατόκοσμο. Μειώσεις μισθών, απλήρωτες εργατοώρες, εκβιασμοί, μαύρη εργασία κ.ο.κ.

Ένα σχετικά καινούριο μάθημα στο ωρολόγιο πρόγραμμα των μαθητών του λυκείου είναι το μάθημα της πολιτικής παιδείας. Διδάσκεται στους μαθητές της α’ λυκείου γενικού και τεχνικού και στους μαθητές της β΄ λυκείου γενικού. Είναι ένα μάθημα καθαρής προπαγάνδας της αστικής τάξης πάνω στην οικονομία, τους πολιτικούς θεσμούς και το δίκαιο. Ένα βιβλίο που υμνεί την επιχειρηματικότητα και την ιμπεριαλιστική Ε.Ε. Αναφέρουμε ενδεικτικά αποσπάσματα μέσα από το βιβλίο:

α. Το οικοδόμημα της Ε.Ε. συνεχίζεται. Ο Ευρωπαίος πολίτης ήδη απολαμβάνει πολλά πλεονεκτήματα: περισσότερες επιλογές, ενίσχυση και διασφάλιση των δικαιωμάτων και ελευθεριών του, υψηλότερο βιοτικό επίπεδο, ελεύθερη διακίνηση κτλ. Η ιδέα της πολιτικής ένωσης της Ευρώπης γίνεται πράξη, αλλά να μην μας διαφεύγει ότι οι άνθρωποι μετουσιώνουν τις ιδέες σε πραγματικότητα. Επομένως, ο Ευρωπαίος πολίτης έχει χρέος να συμβάλει προσωπικά στη δημιουργία της Ευρωπαϊκής Συμπολιτείας, να γίνει πρωταγωνιστής των εξελίξεων. Η Ευρώπη χρειάζεται την υποστήριξη των πολιτών της για να ολοκληρωθεί η πολιτική ένωση. Η Ε.Ε. είναι μια ένωση κρατών αλλά και μια ένωση λαών.

Ο Ευρωπαίος πολίτης του βιβλίου της πολιτικής παιδείας «απολαμβάνει» πολλά πλεονεκτήματα μέσα στο οικοδόμημα της Ε.Ε. Φτώχεια, ανεργία, αυτοκτονίες, ταξική εκμετάλλευση, δηλητηρίαση της σκέψης του, φασιστοποίηση, καταστολή.  Ίσως για αυτά να αξίζει «να γίνει πρωταγωνιστής των εξελίξεων». Ενώ λαοί που μπαίνουν στο στόχαστρο των ιμπεριαλιστών της Ε.Ε. «απολαμβάνουν» στρατιωτικές επεμβάσεις, βομβαρδισμούς, βία.

β. Η αλλαγή της νοοτροπίας που οδήγησε στην κρίση, η ανάδειξη των θετικών στοιχείων του Έλληνα, η καλλιέργεια του επιχειρείν και η εφαρμογή της καινοτομίας σε κάθε δραστηριότητα, η διαρκής προσαρμογή στις εξελίξεις, όλα αυτά και άλλα πολλά, μπορούν να μετατρέψουν την οικονομία κατανάλωσης σε οικονομία παραγωγής και να την απογειώσουν. Στο χέρι μας είναι να δημιουργήσουμε ένα νέο Ελληνικό οικονομικό θαύμα, όπως τη δεκαετία του 1960.

Kαι συνεχίζει:

Βέβαια, ήδη έχουν γίνει ή γίνονται διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις σε αρκετούς τομείς, όπως: η δημιουργία ευνοϊκού κλίματος για επενδύσεις, η ενίσχυση της καινοτομίας και της ανταγωνιστικότητας, η μείωση της γραφειοκρατίας, η μείωση της φορολογίας, η καταπολέμηση της διαφθοράς και η ενίσχυση της αξιοπιστίας και της διαφάνειας κτλ. Χρειάζεται όμως και κάτι άλλο επιπλέον. Χρειάζεται μια νέα νοοτροπία και κουλτούρα επιχειρηματικότητας. Ο επιχειρηματίας είναι μια δημιουργική προσωπικότητα. Το επιχειρείν σημαίνει τόλμη, φαντασία, δημιουργία. Σημαίνει επιστημονικές γνώσεις και έξυπνες ιδέες που γίνονται πράξεις. Οι Έλληνες έχουν μια μεγάλη και λαμπρή ιστορία στο επιχειρείν. Είναι καιρός να διδαχτούμε από αυτή. Η Ελλάδα, λόγω θέσης και κλίματος, είναι μοναδικός τόπος για το επιχειρείν.

Στη «γενική και αόριστη» κρίση, λοιπόν, μας οδήγησε μια «γενική και αόριστη» νοοτροπία, που «αλλάζει» με την προσαρμογή στις επιταγές του κεφαλαίου. Αυτές, βέβαια, στην πραγματικότητα, είναι πολύ συγκεκριμένες: κατώτατος μισθός, ευέλικτα ωράρια, εργάτες χιλίων ταχυτήτων, κατάργηση συλλογικών συμβάσεων εργασίας κτλ.

Το σχολικό βιβλίο μας καλεί να ξαναζωντανέψουμε το θαύμα της δεκαετίας του ’60. Τη δεκαετία, δηλαδή, της μαζικής μετανάστευσης, της καπιταλιστικής ανάπτυξης και του τσακίσματος της εργατικής τάξης, την δεκαετία της χούντας και της εξάρτησης. Όμως δεν μας λέει, για ευνόητους λόγους, ποιοι θα ξαναζωντανέψουν το θαύμα και για ποιους.

γ. Μαζί με τους ύμνους στο καπιταλιστικό σύστημα, το βιβλίο της πολιτικής παιδείας περιέχει και την αντίστοιχη λασπολογία για οτιδήποτε αντικαπιταλιστικό.

Στο κεφάλαιο «σχέσεις πολιτείας και πολίτη», στην ενότητα για «την αντιμετώπιση της παθογένειας στη διοίκηση», αναφέρει:

Γιατί η δημόσια διοίκηση δεν λειτουργεί ορθολογικά; Διότι υπάρχουν συμφέροντα (π.χ. σωματεία συνδικαλιστών), που δεν επιθυμούν τις μεταρρυθμίσεις και είναι ισχυρότερα από τα συμφέροντα που εξυπηρετούνται από τις μεταρρυθμίσεις.

Ένα ακόμα αισχρό παράδειγμα από τους συγγραφείς του βιβλίου που μέσα από την διαστρέβλωση αναπαράγουν τις λογικές της αστικής τάξης. Θέτει τα σωματεία, με πονηρό τρόπο, σαν φορείς συμφερόντων που βάζουν φραγμό στις μεταρρυθμίσεις. Οι εργαζόμενοι, που μέσω των σωματείων τους, περιφρουρούν τα εργατικά τους δικαιώματα και βάζουν φραγμό σε «μεταρρυθμίσεις» που θα τσακίσουν τον εργατόκοσμο, μπαίνουν τεχνηέντως στο ίδιο τσουβάλι με τον ξεπουλημένο συνδικαλισμό που οι ίδιοι τροφοδοτούν και χρησιμοποιούν κατά το δοκούν. Επιφορτίζουν αρνητικά την έννοια του σωματείου για να αναπαράγουν την άποψη, ότι δεν υπάρχουν σωματεία που διεκδικούν, που στέκονται απέναντι στην εργοδοσία τους και στο τσάκισμα των δικαιωμάτων τους, αλλά μόνο «τεμπέληδες» που εξυπηρετούν δικά τους συμφέροντα μέσω των σωματείων.

Παρακάτω στο κεφάλαιο «οργάνωση της πολιτείας», στην ενότητα «το πολίτευμα της Ελλάδας»:

Μια άλλη βασική αρχή της δημοκρατίας είναι η αρχή της πλειοψηφίας. Στην δημοκρατία η πλειοψηφία κυβερνά και η μειοψηφία ελέγχει. Ο σεβασμός της μειοψηφίας είναι κανόνας, όπως και η αντίθεση στην τυραννία της πλειοψηφίας. Τι γίνεται όμως όταν η πλειοψηφία απέχει είτε ουσιαστικά είτε τυπικά και κυριαρχούν οι μηχανισμοί και οι οργανωμένες μειοψηφίες; Αν αυτό συμβαίνει τότε υπάρχει κίνδυνος για τυραννία της μειοψηφίας(…) Πραγματικό παράδειγμα κυριαρχίας της μειοψηφίας: σε σωματείο 1.000 ατόμων, ψηφίζουν 80, αποφασίζουν 41 (απόλυτη πλειοψηφία). Επισημαίνεται ότι η υποταγή της μειοψηφίας στην πλειοψηφία και πολύ περισσότερο ο εξαναγκασμός της πραγματικής πλειοψηφίας στην τυπική μειοψηφία, είναι αντίθετα σε κάθε έννοια δημοκρατίας.

Χρειάζεται, πραγματικά, ταλέντο για να συνοψιστεί σε λίγες γραμμές όλη η αντεργατική ρητορική των ΜΜΕ και των δελτίων των 8 των τελευταίων δεκαετιών. Να σχολιάσουμε, λοιπόν, και εμείς συνοπτικά: ένα πραγματικό παράδειγμα κυριαρχίας της μειοψηφίας είναι οι καπιταλιστές που εκμεταλλεύονται την εργατική τάξη, μια τυραννία δικαιωμένη από κάθε αστική δημοκρατία, που σέβεται τον εαυτό της.

δ. Μοιάζει πλέον αυτονόητο, ότι το μάθημα της πολιτικής παιδείας προωθεί τον αντικομμουνισμό και τη θεωρία των άκρων.

Στο ίδιο κεφάλαιο, στην ενότητα «μορφές πολιτευμάτων», αναλύονται οι μορφές των πολιτευμάτων: δημοκρατία, τυραννία, ολιγαρχία, οχλοκρατία. Ακολουθούν, στα πολιτεύματα του 20ου αιώνα, ο κομμουνισμός και ο φασισμός.

Σύμφωνα με το βιβλίο, πρόκειται για δύο ολοκληρωτικά καθεστώτα που επιβάλλονται με την βία (σωματική ή ψυχική) και με άλλους τρόπους (προπαγάνδα, διαφημίσεις κτλ). Κοινό χαρακτηριστικό είναι η επιβολή του ίδιου τρόπου σκέψης και κρίσης σε όλους, όπως ισχυρίζονται οι συγγραφείς. Με αυτή την αντιιστορική θέση, προσφέρουν αντικομμουνιστική παιδεία στους μαθητές. Γιατί στην πραγματικότητα, ο ναζισμός/φασισμός, όπως και η αστική δημοκρατία, είναι γεννήματα του καπιταλιστικού συστήματος, της ελεύθερης αγοράς και της ατομικής ιδιοκτησίας. Στην αντίπερα όχθη βρίσκονται οι σοσιαλιστικές σχέσεις παραγωγής με εκ διαμέτρου αντίθετο προσανατολισμό από τον καπιταλισμό και κύρια αιτία της ήττας του ναζισμού- φασισμού.

Θα ήταν πολύ ενδιαφέρον να ερωτηθούν οι μαθητές αν τα χαρακτηριστικά, που δίνει το βιβλίο σε ένα ολοκληρωτικό καθεστώς (επιβολή με βία, προπαγάνδα, διαφημίσεις, επιβολή ίδιου τρόπου σκέψης, περιορισμός ελευθεριών κτλ), τους θυμίζει κάτι από αυτά που ζουν και βλέπουν γύρω τους σήμερα.

Το βιβλίο συνεχίζει λέγοντας:

Βέβαια, υπάρχει διαφορά μεταξύ κομμουνισμού και σοσιαλισμού (ο σοσιαλισμός είναι το προηγούμενο στάδιο του κομμουνισμού), όπως υπάρχει διαφορά μεταξύ θεωρίας και πράξης. Πολλοί (Πλάτων, ουτοπιστές σοσιαλιστές, Μαρξ κ.α.) οραματίστηκαν μια κοινωνία ισότητας και ελευθερίας, αλληλεγγύης και δικαιοσύνης. Πολλοί κατά καιρούς διακήρυξαν ότι θα εφαρμόσουν αυτά τα οράματα. Όμως τα οράματα αποδείχτηκαν στην πράξη εφιάλτες. Χαρακτηρίστηκαν σοσιαλιστικά και δημοκρατικά τα πιο δικτατορικά και καταπιεστικά καθεστώτα.

Βέβαια πουθενά δεν αναφέρεται ένα παρόμοιο σχόλιο για τον φασισμό, και είναι λογικό. Η ανάγκη των εργαζομένων για σοσιαλιστικές σχέσεις παραγωγής και η οργάνωσή τους πάνω σε αυτήν την βάση, δέχεται από τα βιβλία τους την χειρότερη λάσπη.

Το επαγγελματικό λύκειο (πρώην ΤΕΕ) στην Ελλάδα εμφανίζεται περίπου την δεκαετία του ’60. Από τότε εξυπηρετεί ακριβώς τον ίδιο ρόλο: παιδιά από εργατικές οικογένειες, παιδιά μεταναστών, παιδιά που οι γονείς τους δεν μπορούν να στηρίξουν οικονομικά το βάρος των φροντιστηρίων, παιδιά που μέχρι το γυμνάσιο είναι πιο «αδύναμοι» μαθητές, στοιβάζονται σε ένα σχολείο που θα τους δώσει ένα υποβαθμισμένο δίπλωμα για μια τέχνη. Οι κλασσικές απαντήσεις μαθητών στην ερώτηση «γιατί επέλεξες να πας τεχνικό;» είναι «γιατί πιστεύω ότι δεν θα τα κατάφερνα στο γενικό» και «γιατί εκεί μπορώ να μάθω μια τέχνη και να βρω πιο εύκολα δουλειά».

Είναι κοινό μυστικό, πως το επαγγελματικό σχολείο πάντα θεωρούταν κατώτερο από το γενικό. Το γενικό λύκειο ήταν αυτό που μπορούσε να σου προσφέρει μια πολυπόθητη θέση σε ένα πανεπιστήμιο, να σου δώσει την ευκαιρία να γίνεις επιστήμονας. Όλοι θυμόμαστε την φράση «τεχνικό πάνε οι κακοί μαθητές» και όλοι θυμόμαστε τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπιζόταν το επαγγελματικό σχολείο: τα παιδιά που επέλεγαν αυτό το δρόμο, αυτόματα θεωρούνταν οι μαθητές β’ κατηγορίας και περιθωριοποιούνταν. Αντιμετωπίζονταν ως τα παιδιά «που δεν έπαιρναν τα γράμματα» και «ευτυχώς που υπάρχει και ένα σχολείο να τους δώσει κάποια εφόδια για την ζωή»! Έτσι λοιπόν, από την ηλικία των 15 περίπου, γίνεται και ένας ταξικός διαχωρισμός στο μυαλό των παιδιών: διαχωρίζεται η πνευματική από την χειρωνακτική εργασία.

Επίσης, το επαγγελματικό λύκειο είναι ένα σχολείο άμεσα συνδεδεμένο με την ανάπτυξη του ελληνικού καπιταλισμού. Στην αρχή του, οι ειδικότητες που συμπεριελάμβανε, είχαν να κάνουν με ένα εξειδικευμένο τεχνικό προσωπικό (πχ τεχνίτες, ό, τι είχε να κάνει με οικοδομές), μετά άρχισαν να μπαίνουν πιο έντονα ειδικότητες που είχαν να κάνουν με την ανάπτυξη των μικρομεσαίων επιχειρήσεων (εκτός από τεχνίτες, δημιουργήθηκαν ειδικότητες για μηχανικούς, ψυκτικούς, οδοντοτεχνίτες). Αντίστοιχα ειδικότητες για γυναίκες (κομμώτριες, αισθητικοί κ.α) και ακολουθούν οι ειδικότητες τουριστικών επιχειρήσεων, υπολογιστών, λογιστών κτλ.

Το επαγγελματικό λύκειο δεν δίνει στους μαθητές του ολοκληρωμένη γενική μόρφωση (όπως και το γενικό άλλωστε), αλλά ούτε και τις γνώσεις που χρειάζονται ακόμα και στην κάθε ειδικότητα που επιλέγουν να ακολουθήσουν. Το μόνο που θα βρουν οι μαθητές στο τεχνικό σχολείο είναι ένα υποβαθμισμένο σχολείο με λειψά εργαστήρια, χωρίς υποδομές, χωρίς το εκπαιδευτικό προσωπικό που θα έπρεπε να υπάρχει, κάνοντας έτσι μεγαλύτερη την εξάρτηση των μαθητών αυτών, όταν μπαίνουν στη δουλειά. Πραγματοποιούν την πρακτική τους σχεδόν τζάμπα σε εργολάβους και αφεντικά, λέγοντας και ευχαριστώ για την μαθητεία που κανονικά θα έπρεπε να τους προσφέρεται δωρεάν στο λύκειο.

Μέσα στα τελευταία τριάντα χρόνια, το σύστημα πρόσβασης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση έχει υποστεί τέσσερις βασικές αλλαγές με μικρές διαφοροποιήσεις. Σύμφωνα με ανακοινώσεις του υπουργείου, οι εκάστοτε κυβερνήσεις παρουσίαζαν συγκεκριμένους στόχους: περιορισμό της παραπαιδείας, αντικειμενική αξιολόγηση των μαθητών, ισότητα ευκαιριών μεταξύ των μαθητών, κατάργηση της παπαγαλίας, ελεύθερη πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση για όποιον το επιθυμεί, αποσύνδεση του λυκείου από τις εξετάσεις και αποχαρακτηρισμός της  τριτοβάθμιας εκπαίδευσης ως απόλυτου σκοπού του λυκείου.

Το 1980 εφαρμόζεται το σύστημα των πανελλήνιων εξετάσεων, όπου οι μαθητές θα έδιναν εξετάσεις στις β΄ και γ΄ λυκείου και τα αποτελέσματα δε θα χρησίμευαν μόνο στο απολυτήριό τους αλλά και ως κριτήριο για την εισαγωγή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Αξίζει να σημειωθεί ότι η συγκεκριμένη αλλαγή στο εκπαιδευτικό σύστημα έρχεται μέσα στα πλαίσια της καπιταλιστικής ανάπτυξης της χώρας: βρισκόμαστε στην εποχή όπου η Ελλάδα μπαίνει στην ΕΟΚ. Η χώρα εκείνη την εποχή έχει ανάγκη από ένα εργατικό δυναμικό είτε με μία γενική μόρφωση, είτε με εξειδικευμένη για να μπορέσει να στελεχώσει τις υπηρεσίες της, τους αναπτυσσόμενους τομείς τους. Ο τότε υπουργός Βασίλης Κοντογιαννόπουλος επισημαίνει ότι αφού η εισαγωγή θα γίνεται χωρίς εξετάσεις, θα βοηθήσει στην εξάλειψη των φροντιστηρίων. Την δεκαετία του ’70 στην Ελλάδα υπήρχαν 500 φροντιστήρια. Το 1982 ο αριθμός των φροντιστηρίων φτάνει τα 1.000 και οι υποψήφιοι μειώνονται κατά 20.000.

Το 1984 «καλωσορίζουμε» ένα νέο σύστημα, επί κυβέρνησης Παπανδρέου: τις γενικές εξετάσεις. Στο νέο αυτό σύστημα οι μαθητές καλούνται να εξεταστούν σε τέσσερα διαφορετικά μαθήματα, ανάλογα με την δέσμη που ακολουθούν. Μετράει πλέον η βαθμολογία του λυκείου. Οι μαθητές αναγκάστηκαν να κυνηγούν βαθμούς από την α΄ λυκείου. Το 1984 το ποσοστό των μαθητών που παρακολουθούσαν μαθήματα εκτός σχολείου ήταν στο 65% και το 1993 έφτασε στο 95% (!).

Το 1999 έρχονται «οι πανελλαδικές εξετάσεις ενιαίου λυκείου».  Οι μαθητές θα εξετάζονταν στην β΄ και γ΄ λυκείου σε 14 μαθήματα σε πανελλαδικό επίπεδο, για να εισαχθούν στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Ο τότε υπουργός παιδείας Γεράσιμος Αρσένης γεμάτος περηφάνια για το νέο του σύστημα τόνιζε πως το νέο αυτό σύστημα «θα αποκαταστήσει τον παιδαγωγικό ρόλο του λυκείου», θα μειώσει την παραπαιδεία και τον ανταγωνισμό των παιδιών για μια θέση σε σχολές ή πανεπιστήμια. Το συγκεκριμένο σύστημα είχε ως αποτέλεσμα όχι μόνο οι μαθητές να μην καταφέρουν να μπουν σε μια σχολή, αλλά να μην καταφέρουν να ολοκληρώσουν το σχολείο. Ένας στους δύο μαθητές έγραφαν κάτω από την βάση. Το ποσοστό αποτυχίας στην προαγωγή από την β΄ στην γ΄ λυκείου εκτοξεύεται από το 4% στο 25%. Στα δύο πρώτα χρόνια εφαρμογής του συστήματος οι παρακολουθήσεις μαθημάτων σε φροντιστήρια αυξήθηκαν κατά 50%. Στη συνέχεια, ο υπουργός παιδείας Πέτρος Ευθυμίου μείωσε τα  πανελλαδικώς εξεταζόμενα μαθήματα στη Β’ Λυκείου από 14 σε 9 και στη Γ’ Λυκείου από 13 σε 9.

Το 2005 «υποδεχόμαστε» τις «πανελλαδικές εξετάσεις γενικού λυκείου». Οι πανελλαδικές θα πραγματοποιούνται πια μόνο στην γ΄ λυκείου και τα μαθήματα προς εξέταση θα είναι έξι ή επτά: ένα μάθημα γενικής παιδείας, τέσσερα μαθήματα ανάλογα με την κατεύθυνση που επιλέγει ο μαθητής, ένα μάθημα επιλογής και το επιπλέον μάθημα επιλογής των αρχών οικονομικής θεωρίας, για όποιον θέλει να ακολουθήσει οικονομικές σχολές. Η υπουργός παιδείας Μ. Γιαννάκου εφαρμόζει την βάση του 10. Σύμφωνα με το υπουργείο, στόχος του συστήματος είναι να αυξήσει τον ελεύθερο χρόνο των παιδιών, να ξανακάνει το σχολείο ένα κέντρο γενικής μόρφωσης και να περιορίσει τον ρόλο του φροντιστηρίου(!). Αντίθετα, βέβαια, με όλα αυτά, το λύκειο παραμένει ένα εξεταστικό κέντρο. Οι μαθητές αφοσιώνονται μόνο στα έξι μαθήματα που καλούνται να εξεταστούν. Η βάση του 10 «βοηθάει» στο ξεσκαρτάρισμα των κοινωνικά και σχολικά αδύναμων μαθητών. Ταυτόχρονα, αρχίζει η προώθηση των ελεύθερων σπουδών και των ιδιωτικών σχολών για τους μαθητές που δεν θα κατάφερναν να πιάσουν το πολυπόθητο 10αρι. Η παραπαιδεία αυξάνεται.

Λίγο πιο πρόσφατα, το 2013, επί συγκυβέρνησης ΠΑΣΟΚ- ΝΔ και υπουργίας Κ. Αρβανιτόπουλου, προωθήθηκε η εφαρμογή ενός καινούριου συστήματος, του νέου λυκείου και της τράπεζας θεμάτων. Σύμφωνα με αυτό το σύστημα, θα υπολογίζονταν οι βαθμοί και από τις τρεις τάξεις του λυκείου. Τα θέματα θα ορίζονταν κατά 50% από τους καθηγητές της κάθε τάξης και 50% από την τράπεζα θεμάτων. Το σύστημα αυτό εφαρμόστηκε μονό το σχολικό έτος 2013- 2014 στην α λυκείου. Οι μαθητές καλέστηκαν να μελετήσουν πάνω από 9.000 θέματα στην τράπεζα θεμάτων. Τα φροντιστήρια μέσα σε αυτή την χρονιά είδαν αύξηση 15%- 20%. Τα ποσοστά αποτυχίας άγγιξαν το 40%.

Μελετώντας τα συστήματα πανελληνίων εξετάσεων στην χώρα παρατηρούμε ότι ήταν ανέκαθεν άμεσα συνδεδεμένα με την αγορά εργασίας και το εργατικό δυναμικό που είχε ανάγκη η χώρα. Κατά την οικοδόμηση του νεοσύστατου ελληνικού κράτους, ο Ιωάννης Καποδίστριας αρχικά έδειξε ενδιαφέρον μόνο στην βασική εκπαίδευση και την επαγγελματική κατάρτιση των Ελλήνων και για αυτό τον λόγο ίδρυσε ανάλογα σχολεία. Το πρώτο πανεπιστήμιο στην Ελλάδα ιδρύεται το 1837, από τον Όθωνα και είναι το γνωστό Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Η είσοδος ήταν «ελεύθερη» σε όποιον είχε απολυτήριο γυμνασίου, δηλαδή στους γόνους αριστοκρατικών οικογενειών, και μόνη υποχρέωση όποιου ήθελε να φοιτήσει ήταν «να παρουσιασθή εις τον Πρύτανιν υφ’ ενός κτηματίου ή σταθερού κατοίκου Αθηνών, προς τον οποίον αι αρχαί του Πανεπιστημίου θέλουν διευθύνεσθαι οσάκις έχουν να πέμψουν εις τον φοιτητήν κοινοποιήσεως προσκλήσεις...».

Η φοίτηση ήταν δωρεάν, αφού το νεοσύστατο ελληνικό κράτος είχε ανάγκη από ανώτατη εκπαίδευση.

Το 1918 όμως, προχωρούν σε νέα ρύθμιση: για την εισαγωγή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση έπρεπε να έχει κάποιος Απολυτήριο Δημοσίου Γυμνασίου, Πρακτικού Λυκείου Αθηνών ή Ριζαρείου Εκκλησιαστικής Σχολής. Επίσης, έπρεπε να περάσει με επιτυχία και από μία επιτροπή πανεπιστημιακών καθηγητών. Το 1930 εφαρμόζεται ο κλειστός αριθμός εισακτέων, μετά από απόφαση του υπουργικού συμβουλίου. Το 1963 γίνεται η διαίρεση του εξατάξιου γυμνασίου σε δύο κύκλους και το 1976, με τη μεταρρύθμιση Ράλλη, χωρίζεται το 6/τάξιο γυμνάσιο σε 3/τάξιο γυμνάσιο και γενικό λύκειο. Τότε δημιουργούνται και τα πρώτα τεχνικο-επαγγελματικά λύκεια. Να επισημάνουμε εδώ ότι η δημοτική καθιερώνεται ως επίσημη γλώσσα μόλις το 1977.

Παραπάνω έγινε μια αναφορά για τους καθηγητές που διδάσκουν μαθήματα χωρίς να ανήκουν στην ειδικότητά τους και την σχετική πρόταση του Λοβέρδου για νομιμοποίηση στο μέλλον αυτής της κατάστασης.

Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’90, ο τρόπος με τον οποίο γίνονταν οι διορισμοί των εκπαιδευτικών ήταν η επετηρίδα. Όταν ο εκπαιδευτικός ολοκλήρωνε με επιτυχία τις σπουδές του, έμπαινε στην λίστα και περίμενε τον διορισμό του. Με τη δικαιολογία, όμως, ότι η προσφορά είναι μεγαλύτερη από την ζήτηση, άνοιξε η κουβέντα για έναν άλλον τρόπο διορισμού των εκπαιδευτικών.


Πρώτη απόπειρα κατάργησης της επετηρίδας γίνεται επί Κοντογιαννόπουλου το Νοέμβριο 1990, μέσα σε ένα πλαίσιο γενικότερων αναδιαρθρώσεων στον τομέα της παιδείας. Μαθητές και εκπαιδευτικοί αντιδρούν, και τον Ιανουάριο του 1991, η κατάσταση οξύνεται: στην κατάληψη του πολυκλαδικού σχολείου Πάτρας δολοφονείται ο αγωνιστής εκπαιδευτικός Νίκος Τεμπονέρας  (φωτό), από τον πρόεδρο της ΟΝΝΕΔ Ιωάννη Καλαμπόκα. Ο υπουργός παραιτείται και ο καινούριος υπουργός, Σουφλιάς,  αποσύρει όλο το νομοσχέδιο, λόγω εκρηκτικών καταστάσεων.

18-12-1990, Αθήνα
Δεύτερη, και επιτυχημένη πια προσπάθεια, γίνεται επί Αρσένη, όπου η επετηρίδα αντικαθίσταται από  τον διαγωνισμό του ΑΣΕΠ. Το σύστημα διορισμού περνάει ένα μεταβατικό στάδιο, μέχρι το 2003, που η επετηρίδα καταργείται τελείως. Οι διορισμοί γίνονται πια μέσω του ΑΣΕΠ. Στην ουσία, γίνεται μία πρώτη υποβάθμιση του πτυχίου, αφού δεν αρκεί σαν απόδειξη της επαρκούς γνώσης η εκπαίδευση στο πανεπιστήμιο αλλά πρέπει να γίνει «επανεξέταση των προσόντων του».

Ο τελευταίος ΑΣΕΠ έγινε το 2008. Σχεδόν μία δεκαετία μετά, και ενώ μέσα σε όλα αυτά τα χρόνια εκπαιδευτικοί συνταξιοδοτούνται (την περίοδο 2010- 2015 στην πρωτοβάθμια συνταξιοδοτήθηκαν 12.354, στην δευτεροβάθμια 17.843), δεν γίνονται διορισμοί. Τα κενά καλύπτονται κάθε χρόνο από αναπληρωτές, ωρομίσθιους, ακόμα και από δασκάλους και καθηγητές που αναγκάζονται να παρατάνε τις τάξεις τους για να πάνε σε άλλα σχολεία, να κάνουν μάθημα κάποιες μέρες της εβδομάδας. Πολλά σχολεία έχουν ελλείψεις ακόμα και μέχρι τον Νοέμβριο- Δεκέμβριο. Στην αρχή της σχολικής χρονιάς του 2015, οι ελλείψεις καθηγητών στα σχολεία υπολογίζονταν στα 25.000. Κενά που σε κάποιο ποσοστό καλύπτονται από αναπληρωτές.

Ο αναπληρωτής μετατρέπεται σε έναν περιπλανώμενο, που τον Σεπτέμβρη παλεύει για τον διορισμό του και τον Ιούνιο βρίσκεται άνεργος, για να περάσει εκ νέου με την έναρξη της νέας σχολικής χρονιάς την ίδια διαδικασία. Για να εξασκήσει το επάγγελμά του, να μην μείνει άνεργος, για να μαζεύει μόρια στην περίπτωση που ανοίξει ο ΑΣΕΠ, αναγκάζεται να μπαίνει στην διαδικασία κάθε χρόνο να αλλάζει πόλη, να ψάχνει καινούριο σπίτι, πολλές φορές να αφήνει την οικογένειά του πίσω. Και όλα αυτά με ακόμα πιο κουτσουρεμένα δικαιώματα, αφού ο αναπληρωτής δεν έχει τα ίδια δικαιώματα με ένα μόνιμο καθηγητή. Κανείς δεν του εξασφαλίζει ταμείο ανεργίας αν διοριστεί για να καλύψει μια θέση στα μέσα της χρονιάς. Οι γυναίκες αναπληρώτριες δεν έχουν σχεδόν καθόλου άδεια σε περίοδο εγκυμοσύνης. Και, βέβαια, όλα τα παραπάνω, σημαίνουν πολλές χαμένες διδακτικές ώρες, διαλυμένους συλλόγους που η σύνθεσή τους αλλάζει συνέχεια και δεν προσφέρουν καμία σταθερότητα, ούτε στον μαθητή ούτε στον εκπαιδευτικό.

Η υποβάθμιση και απαξίωση του δημόσιου σχολείου φαίνεται και μέσα από την εγκατάλειψη των υποδομών του. Σχολεία απαρχαιωμένα, με ρωγμές στους τοίχους, σαπισμένα κάγκελα, υγρασία. Σπασμένα ή διαλυμένα παράθυρα που μπάζουν κρύο και νερά όταν βρέχει. Μαθητές που αναγκάζονται να κάνουν μάθημα σε κοντέινερ, λόγω προβλημάτων των κτηρίων τους.
Σχολικοί χώροι που δεν είναι εφοδιασμένοι με γυμναστήρια, εργαστήρια, επαρκείς βιβλιοθήκες. Στο επιχείρημα ότι δεν υπάρχουν λεφτά, να επισημάνουμε ενδεικτικά ότι το 2014 για την κατασκευή της τράπεζας θεμάτων σπαταλήθηκαν 1.570.000 ευρώ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου