Τρίτη, 4 Σεπτεμβρίου 2012

Γυμνάσιο

Και αφού ο μαθητής ολοκληρώσει την εξάχρονη εκπαίδευση του δημοτικού, περνάει στο πρώτο στάδιο της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Στη χώρα μας η υποχρεωτική εκπαίδευση είναι εννιάχρονη, δηλαδή η παρακολούθηση μαθημάτων γίνεται υποχρεωτικά έως το γυμνάσιο. Μετά, ο έφηβος πια μαθητής, αποφασίζει αν θέλει να συνεχίσει στο λύκειο (γενικό ή τεχνικό), σε κάποια σχολή (τύπου οαεδ ή ιεκ) ή να σταματήσει.

Ο μαθητής, λοιπόν, αφού έχει πάρει στο δημοτικό τις «σωστές» βάσεις και έχει έρθει σε μια πρώτη γενική επαφή με τις επιστήμες, μέσω του δασκάλου του, τώρα, στο γυμνάσιο, αναλύει πιο εξειδικευμένα, με την βοήθεια του καθηγητή του πια, την κάθε επιστήμη ξεχωριστά. Στο γυμνάσιο, δεν έχουμε να κάνουμε με ένα παιδί- μαθητή, αλλά με έναν έφηβο- μαθητή. Επίσης, ο μαθητής πια δεν έχει δάσκαλο αλλά καθηγητές: δεν υπάρχει ο ένας δάσκαλος που προσφέρει τις γενικές γνώσεις στο μαθητή του, αλλά πολλοί καθηγητές. Αυτοί, ανάλογα με την ειδικότητα τους, φέρνουν τον μαθητή πιο κοντά στην κάθε επιστήμη και αρχίζουν κλιμακωτά να καλλιεργούν τις γενικές γνώσεις που έχει πάρει από το δημοτικό.

Στο γυμνάσιο, ο μαθητής υποτίθεται ότι έρχεται σε επαφή και κατακτά την σωστή και πλήρη γνώση της γλώσσας του, τις μεθόδους της μαθηματικής σκέψης, την γνώση της φύσης, των φυσικών φαινομένων που συναντά στην ζωή του και την γνώση της κοινωνίας και του πολιτισμού, μέσα από την ιστορία της εξέλιξης των ανθρώπων και της κοινωνίας. Όπως είδαμε, όμως, το παιδί από το δημοτικό έρχεται ήδη με κουτσουρεμένες βάσεις, για να αντιμετωπίσει στο γυμνάσιο μια παρόμοια κατάσταση: κυνηγητό της ύλης, ευέλικτες ζώνες και καθηγητές που μπορεί να κάνουν μαθήματα τα οποία δεν αντιστοιχούν στην ειδικότητά τους. Θεολόγοι διδάσκουν ιστορία σε σχολεία που έχουν έλλειψη φιλολόγων, φυσικοί διδάσκουν χημεία, χημικοί διδάσκουν γεωγραφία ή βιολογία.

Εκτός από τα μαθήματα των θεωρητικών και θετικών επιστημών, μεγάλη σημασία για τον μαθητή έχουν και μαθήματα όπως η μουσική και η ζωγραφική. Είναι πολύ σημαντικό για έναν νέο να έρχεται σε επαφή με καλλιτεχνικές δραστηριότητες, να  αναπτύσσει το αισθητικό του κριτήριο, να μπορεί να αναγνωρίζει το ωραίο στην φύση και στην κοινωνία. Με αυτόν τον τρόπο μαθαίνει να ψυχαγωγείται και να χαλαρώνει μέσα από αυτό. Στην πραγματικότητα, όμως, στα μαθήματα αισθητικής αγωγής, ο μαθητής δεν έρχεται σε ουσιαστική επαφή με την τέχνη. Η ζωγραφική, το θέατρο, η ιστορία των τεχνών, τα ρεύματα και τα έργα τέχνης παραμένουν ένα πεδίο άγνωστο για τον έφηβο. Το πολύ-πολύ να κάνει καμιά ζωγραφιά ή κανένα σκετσάκι.

Το ίδιο συμβαίνει και με το μάθημα της φυσικής αγωγής. Θεωρητικά, ο παιδαγωγικός σκοπός του μαθήματος είναι να μάθει ο μαθητής ότι μέσω της άσκησης εξασφαλίζει την υγεία του και ότι μέσω της γυμναστικής δεν βοηθάει μόνο το σώμα του αλλά και τις ψυχικές του λειτουργίες. Επίσης, κατά τη διάρκεια του μαθήματος, είναι αναγκαίο τα παιδιά να παίρνουν χρήσιμες πληροφορίες, π.χ. για το ζήτημα της διατροφής, την χρησιμότητα της άθλησης και να προχωρούν σταδιακά στο πρακτικό μέρος της σωματικής αγωγής.

Δεν είναι τυχαίο ότι, αντίθετα με τη μεγάλη παιδαγωγική τους αξία, τα μαθήματα αυτά συνεχώς υποτιμώνται στην συνείδηση του μαθητή. Μετατρέπονται απλά σε μια ώρα κενή περιεχομένου, για να ξεφύγουν τα παιδιά από την πίεση του σχολείου ή εφαρμόζονται στρεβλά, όπως, για παράδειγμα, η γυμναστική, που θυμίζει περισσότερο ασκήσεις στρατεύματος και γίνεται αντιληπτή από τον έφηβο ως αγγαρεία.

Να σταθούμε λίγο στο εννιάχρονο σύστημα: εδώ είναι που το εκπαιδευτικό σύστημα δείχνει το πρόσωπό του, ότι, δηλαδή, δεν είναι σύστημα εκπαίδευσης αλλά σύστημα κατάρτισης. Το παιδί που «δεν παίρνει τα γράμματα» (αυτά που δεν του μαθαίνουν), που έχει χαμηλούς βαθμούς, πρέπει γρήγορα να αφήσει το σχολείο για να ενταχθεί στην παραγωγική διαδικασία, να μάθει πώς να παράγει για να ζήσει. Εξαναγκάζεται, με λίγα λόγια, μέσω των αντιλήψεων που έχουν περαστεί στην κοινωνία να παραιτηθεί από το δικαίωμα στην μόρφωση.

Η μόρφωση, όμως, δεν έχει να κάνει μόνο με την γνώση. Έχει να κάνει με την ίδια την ζωή. Το σχολείο θα έπρεπε να  προσφέρει την γενική και ολόπλευρη γνώση, που θα βοηθούσε τον κάθε άνθρωπο στην μετέπειτα ζωή του: να οργανώνει την σκέψη του, να ανακαλύπτει την αλήθεια, να μπορεί να κριτικάρει τα κοινωνικά φαινόμενα. Θα έπρεπε, επίσης, να ανανεώνει την γνώση συνέχεια για να την κάνει καλύτερη. Αντιθέτως, όμως, το αστικό σχολείο βάζει φραγμούς, είτε μέσα από τις μεθόδους διδασκαλίας του είτε από τις αντιλήψεις που αναπαράγει. Και οι φραγμοί που βάζει είναι καθαρά ταξικοί. Γιατί τα παιδιά των λαϊκών οικογενειών είναι αυτά που θα μπουν στο δίλημμα αν περισσεύουν ή όχι από το σχολείο. Είναι αυτά που οδηγούνται και σπρώχνονται προς τα κάτεργα της μισθωτής σκλαβιάς.

Η αστική προπαγάνδα δεν λείπει ούτε από τα βιβλία του γυμνασίου. Αναφέρουμε παρακάτω μερικά ενδεικτικά παραδείγματα:

• Στο βιβλίο ιστορίας της γ΄ γυμνασίου υπάρχει μάθημα με τίτλο «πολιτικές διαστάσεις της κρίσης του 1929».  Σε αυτό γίνεται μια ανάλυση της βαθιάς καπιταλιστικής κρίσης του 29, από τη σκοπιά της αστικής, παλιάς και ταυτόχρονα τόσο νέας, «θεωρίας των άκρων». Συγκεκριμένα, αναφέρεται ότι η κρίση, εκτός από οικονομική, ήταν και πολιτικο-ιδεολογική, καθώς οι άνθρωποι αμφισβήτησαν την δυνατότητα των φιλελεύθερων δημοκρατιών νa αντιμετωπίσουν τα προβλήματα. Σκοπός εδώ των συγγραφέων, είναι να αποτυπωθεί στο μυαλό του εφήβου η επίπλαστη αντίθεση αστικής δημοκρατίας- ολοκληρωτισμού και να συγκαλυφθεί η πραγματική αντίθεση εργασίας- κεφαλαίου που γεννά την κρίση, να απενοχοποιηθεί ο κεφαλαιοκρατικός τρόπος παραγωγής και μαζί του οι αστικές τάξεις που κυβερνούν, είτε με την αστική δημοκρατία είτε με το φασισμό. «Στο πλαίσιο αυτό», συνεχίζει το βιβλίο, «ανταγωνίστηκαν για την επικράτηση ο κομμουνισμός με τον φασισμό». Και, για την καλύτερη εμπέδωση της θεωρίας των άκρων, ακολουθεί ανάλυση της σοβιετικής ένωσης στην εποχή του Στάλιν, του φασισμού στην Ιταλία και του ναζισμού στην Γερμανία. Ένα απόλυτο αντιιστορικό τσουβάλιασμα, που εμφανίζεται εναρμονισμένο με την συνολική γραμμή της ΕΕ γύρω από τους ολοκληρωτισμούς.

• Στο βιβλίο της νεοελληνικής γλώσσας της γ΄ γυμνασίου, σε κεφάλαιο που αναφέρεται στον ρατσισμό, με τίτλο «Είμαστε όλοι ίδιοι. Είμαστε όλοι διαφορετικοί» συναντάμε την παρακάτω αφίσα:


Η ιδιωτική πρωτοβουλία, η συμμετοχή στην καπιταλιστική κερδοφορία, στην αναπαραγωγή της εκμετάλλευσης και των ταξικών ανισοτήτων, μετατρέπεται εδώ σε όχημα καταπολέμησης του ρατσισμού(!). Τα άτομα με αναπηρία, αποκλεισμένα από την πολιτική της λυκοσυμμαχίας από κάθε πρόσβαση σε κοινωνικές παροχές, ανασαίνουν ως επιχειρηματίες μέσα στην ΕΕ. Με τη βοήθεια αυτής της αποκαλυπτικής αφίσας του υπουργείου ανάπτυξης, οι μαθητές καλούνται να σχολιάσουν το φαινόμενο του ρατσισμού στο μάθημα της νεοελληνικής γλώσσας πάνω στην εξής βάση: Αφού η ΕΕ προωθεί την επιχειρηματικότητα, ο ρατσισμός καταπολεμάται με την επιχειρηματικότητα!

• Στην «κοινωνική και πολιτική αγωγή» της γ΄ γυμνασίου διαβάζουμε για τα κοινωνικά προβλήματα και γιατί τα ονομάζουμε κοινωνικά. Τα προβλήματα λοιπόν που αφορούν την στέγαση, την τροφή, την εργασία, την βία, τα φάρμακα, την ασφάλεια ονομάζονται κοινωνικά γιατί:

α) επηρεάζουν αρνητικά ένα σημαντικό τμήμα του κοινωνικού συνόλου,

β) παραβιάζουν τις αξίες και τα ιδεώδη του κοινωνικού συνόλου

γ) οφείλονται σε κοινωνικούς και όχι ατομικούς παράγοντες

δ) μπορούν να αντιμετωπιστούν με τη συλλογική δράση ατόμων και ομάδων και με κοινωνικά μέτρα της Πολιτείας.

Ας προσπεράσουμε την πολύ διαδεδομένη στα βιβλία του αστικού σχολείου έννοια του κοινωνικού συνόλου, ως μιας διαταξικής ενότητας κοινών συμφερόντων και ας σταθούμε λίγο στο παράδειγμα που δίνει το βιβλίο για το γ): Η ανεργία που οφείλεται στην εισαγωγή της τεχνολογίας ή τις αλλαγές στον οικονομικό χαρακτήρα της κοινωνίας. Με αυτόν τον τρόπο διακρίνεται το κοινωνικό πρόβλημα της ανεργίας από το ατομικό που αφορά π.χ. την κακή επιλογή επαγγέλματος.

Για το πρόβλημα της ανεργίας, λοιπόν, φταίει η τεχνολογία, κάποιες αλλαγές γενικά (δες αναδιάρθρωση), αλλά και ο καθένας ξεχωριστά με τις λάθος επιλογές του(!). Πολύ βολική αντίληψη για το σινάφι των αφεντικών, να μαθαίνουν τα παιδιά από το γυμνάσιο ότι για την ανεργία φταίνε οι άνεργοι, όπως εξάλλου και για τη φτώχεια οι φτωχοί. Στο αλώβητο πάντα, ακόμα και για την ανεργία, το καπιταλιστικό σύστημα.

• Στα μαθήματα του γυμνασίου, στη γ΄ τάξη συγκεκριμένα, συμπεριλαμβάνεται και το μάθημα που λέγεται σχολικός επαγγελματικός προσανατολισμός (Σ.Ε.Π.). Ένα μάθημα που κινείται γύρω από την εργασία και την προσωπικότητα του παιδιού. Μαθαίνει, υποτίθεται, μέσα από το βιβλίο για τον κόσμο της εργασίας, το σύγχρονο εργασιακό περιβάλλον, την «διεθνοποίηση της εργασίας» και της οικονομίας. Επίσης, υποτίθεται ότι μαθαίνει τον εαυτό του, μέσα από τεστ προσωπικότητας, ανακαλύπτει τα ενδιαφέροντα του, τις ικανότητες και τις δεξιότητες του. Αυτοί αναγράφονται ως στόχοι του μαθήματος.

Στην πραγματικότητα, το ΣΕΠ είναι ένα μάθημα που φέρνει τους μαθητές σε επαφή με την αγορά εργασίας και προσπαθεί να τους περάσει ως φυσιολογικά όλα όσα συμβαίνουν σήμερα στις δουλειές. Τους μαθαίνει πώς συνδέεται η εκπαίδευση με την δουλειά και κατ’ επέκταση με την δια βίου μάθηση: ότι δεν είναι κακό να καταρτίζεσαι ξανά και ξανά στο κυνήγι της εργασίας. Δεν πειράζει που δεν θα έχεις μια δουλειά σε «σταθερή βάση» ή μια δουλειά χωρίς δικαιώματα, αρκεί που θα μορφώνεσαι! Μαθαίνει στα παιδιά τις ευέλικτες εργασιακές σχέσεις. Τα μέτρα που παίρνουν οι καπιταλιστές για να αυξήσουν τα κέρδη τους, π.χ. ελαστικές μορφές απασχόλησης, το πετσόκομμα του μεροκάματου, ο νέος εργασιακός μεσαίωνας, βαφτίζονται από το βιβλίο μέτρα αντιμετώπισης της ανεργίας. Είναι γελοία και υποκριτική η αναφορά του βιβλίου στο ότι «οι εργαζόμενοι οφείλουν να περιφρουρούν τα δικαιώματά τους και να διεκδικούν ανθρώπινες συνθήκες εργασίας», όταν λίγο πιο κάτω συνεχίζει και λέει: «Να θυμάσαι ότι: εναλλακτικές μορφές απασχόλησης εμφανίζονται. Ο τρόπος εργασίας και οι συνθήκες εργασίας αλλάζουν. Απαιτούνται νέες δεξιότητες από τους εργαζόμενους».

Τονίστηκε και πιο πάνω ότι εδώ πια δεν έχουμε να κάνουμε με το παιδί-μαθητή, αλλά με τον έφηβο- μαθητή. Η παιδική ηλικία είναι μια τρυφερή ηλικία που ο κάθε εκπαιδευτικός πρέπει να προσέξει πολύ να συνδυάσει την γνώση με το παιχνίδι για να την προσφέρει πιο ευχάριστα. Όμως και η περίοδος της εφηβικής ηλικίας είναι μια εξίσου δύσκολη εποχή. Σε αυτή την ηλικία ο μαθητής αρχίζει να διαμορφώνει άποψη, αρχίζει σιγά- σιγά να ανακαλύπτει όχι γενικά τον κόσμο γύρω του αλλά την κοινωνία. Είναι σημαντικό, επειδή σε αυτή την ηλικία το παιδί «πλάθεται» να υπάρχει μια ισορροπία για να αναπτυχθεί αρμονικά η προσωπικότητα του. Όμως συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο. Ο έφηβος από την ηλικία των 12 έως τα 17, που αρχίζει και τελειώνει η δευτεροβάθμια εκπαίδευση, βρίσκεται σε ένα διαρκές άγχος. Σχολείο, εργασίες στο σπίτι, φροντιστήρια, και άλλες εργασίες στο σπίτι, ξένες γλώσσες, υπολογιστές. Το άγχος του οικογενειακού περιβάλλοντος για την υποβαθμισμένη παιδεία και το αβέβαιο μέλλον των παιδιών τους, τους ωθεί να βάζουν τα παιδιά σε μία διαδικασία που αρχίζει στις 7 το πρωί και τελειώνει στις 10 το βράδυ. Ο νέος δεν έχει καθόλου χρόνο για τον εαυτό του και νιώθει το σχολείο και την μάθηση σαν απειλή.

Ταυτόχρονα, με αυτόν τον τρόπο, προετοιμάζεται και για την ζωή του μετά το σχολείο. Το τρέξιμο, το άγχος και ο λιγοστός ελεύθερος χρόνος γίνεται συνήθεια που στο μέλλον θα μετατραπεί σε καταπιεστικές εργατοώρες και κυνήγι του μεροκάματου, χωρίς στην ουσία να έχει συμβεί καμία αλλαγή στην ζωή του, αφού έτσι και αλλιώς προορίζεται για μισθωτός σκλάβος.

Αυτή είναι η καθημερινότητα με την οποία έρχεται αντιμέτωπος ένας μαθητής στο γυμνάσιο, είτε μέσα στο μάθημα, είτε στα βιβλία του, είτε μέσα στο σχολείο, είτε έξω από αυτό.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου