Παρασκευή, 26 Ιανουαρίου 2018

Γιάφα, η γη των πορτοκαλιών

Μια μικρή αφήγηση του Γασσάν Καναφάνι. Αλιεύτηκε και μεταφράστηκε από ΕΔΩ.
Ευχαριστούμε την συντρόφισσα για την μετάφραση

«Όταν αναγκαστήκαμε να φύγουμε από την Γιάφα για την Άκρα δεν υπήρχε καμιά αίσθηση τραγωδίας. Έμοιαζε σαν ένα ταξίδι, όπως κάθε χρόνο, για να περάσουμε τις γιορτές σε κάποια άλλη πόλη. Οι μέρες μας εκεί δεν έμοιαζαν ασυνήθιστες: μπορεί, έτσι όπως ήμασταν μικροί, να το απολάμβανα κιόλας μια και το φευγιό με είχε γλιτώσει από το σχολείο… Όμως, τη νύχτα της μεγάλης επίθεσης στην Άκρα η εικόνα έγινε ξεκάθαρη. Αυτή ήταν, σκέφτομαι, μια βάρβαρη νύχτα, γεμάτη από τη θαρραλέα σιωπή των ανδρών και τις προσευχές των γυναικών. Συνομήλικοι, εσύ κι εγώ, ήμασταν πολύ μικροί για να καταλάβουμε τι ακριβώς συμβαίνει. Εκείνη τη νύχτα, ωστόσο, κάποιες πλευρές της ιστορίας φανερώθηκαν. Το πρωί, καθώς οι Εβραίοι αποχωρούσαν απειλώντας και φοβερίζοντας, ένα μεγάλο φορτηγό σταμάτησε στην πόρτα μας. Πράγματα ελαφριά, κυρίως για τον ύπνο, στριμώχνονταν στο φορτηγό γρήγορα και υστερικά.

Όπως κοντοστεκόμουνα απέναντι από τον αρχαίο τοίχο του σπιτιού, είδα να μπαίνει στο φορτηγό η μάνα σου, μετά η θεία σου, μετά τα μικρά. Έπειτα ο πατέρας σου άρχισε να σπρώχνει εσένα και τα αδέρφια σου μέσα στο αυτοκίνητο και πάνω από τα πράγματα. Μετά, με άρπαξε από τη γωνία που στεκόμουνα, σηκώνοντάς με πάνω από το κεφάλι του και με έβαλε στο μεταλλικό σαν κελί χώρο πάνω από την καμπίνα του οδηγού, όπου βρήκα τον αδερφό μου Ραίντ να κάθεται ήσυχα. Το φορτηγό ξεκίνησε πριν μπορέσω να βρω μια στάση να με βολεύει. Η Άκρα χανόταν σιγά σιγά πίσω από τις στροφές των ορεινών δρόμων που οδηγούν στο Ρας Αλ Νάκουρα (Λίβανο).

Είχε μια κάποια συννεφιά και μια αίσθηση κρύου πλημμύριζε το σώμα μου. Ο Ριάντ, με την πλάτη στηριγμένη στις βαλίτσες και με τα πόδια του στην άκρη του μεταλλικού κλουβιού, καθόταν πολύ ήσυχος, κοιτάζοντας μακριά. Καθόμουν χωρίς να μιλώ, με το πηγούνι ανάμεσα στα γόνατα και τα χέρια μου τυλιγμένα γύρω τους. Το ένα μετά το άλλο, τα χωράφια με τις πορτοκαλιές γίνονταν παρελθόν και το όχημα ανηφόριζε στην υγρή γη… Από μακριά ακουγόταν ο ήχος των πυροβολισμών σαν αποχαιρετισμός.

Το Ρας Αλ Νάκουρα ξεπήδησε από τον ορίζοντα, τυλιγμένο σε μια μπλε ομίχλη και το αμάξι ξαφνικά σταμάτησε. Οι γυναίκες ξεπήδησαν ανάμεσα από τις βαλίτσες, κατέβηκαν και πήγανε σε έναν πωλητή πορτοκαλιών που καθόταν δίπλα στο δρόμο. Καθώς γύριζαν πίσω με τα πορτοκάλια, έφτασε σε εμάς ο απόηχος των κραυγών τους. Εκείνη τη στιγμή, τα πορτοκάλια μου έμοιασαν σαν κάτι άξιο αγάπης, σαν κάθε ένα από αυτά τα μεγάλα, καθαρά φρούτα να ήταν ανεκτίμητο. Ο πατέρας σου έτρεξε από τη θέση του συνοδηγού, πήρε ένα πορτοκάλι, το κοίταξε σιωπηλός και μετά ξέσπασε σε λυγμούς σαν παιδί ανυπεράσπιστο.

Στο Ρας Αλ Νάκουρα το φορτηγό μας στάθηκε πίσω από πολλά παρόμοια φορτηγά. Οι άνδρες άρχισαν να παραδίνουν τα όπλα τους στους αστυνομικούς που ήταν εκεί για αυτό το σκοπό. Έφτασε και η σειρά μας. Είδα τα περίστροφα και τα πολυβόλα να πετιούνται σε ένα μεγάλο τραπέζι, είδα τη μακριά γραμμή που σχημάτιζαν τα φορτηγά μπαίνοντας στο Λίβανο, αφήνοντας πίσω, μακριά, τους στροβιλιστούς δρόμους της γης των πορτοκαλιών και έκλαψα πικρά. Η μητέρα σου κοίταζε ακόμα σιωπηλά τα πορτοκάλια και όλες οι πορτοκαλιές που άφησε ο πατέρας σου πίσω στους Εβραίους φαίνονταν στα μάτια του… Ήταν σαν να καθρεφτίζονταν στο πρόσωπό του όλα αυτά τα καθαρά δέντρα που είχε αγοράσει ένα προς ένα. Και στα μάτια του έλαμπαν δάκρυα που δεν μπόρεσε να κρύψει μπροστά στον αξιωματικό της αστυνομίας.

Όταν το απόγευμα φτάσαμε στη Σιδώνα, είχαμε ήδη γίνει πρόσφυγες.»

Από τη μετάφραση στα αγγλικά των Mona Anis και Hala Halim

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου