Σάββατο, 31 Μαΐου 2014

Προλεταριακές μετεκλογικές σημειώσεις από το Σύγχρονο Μητροπολιτικό Εντατικοποιημένο Καπιταλιστικό Κάτεργο

OB-VW496_0104om_H_20130104125931Μετά την ολοκλήρωση των περιφερειακών-δημοτικών και των ευρωπαϊκών εκλογών, τώρα που ο προεκλογικός κουρνιαχτός κατακάθεται και η κάθε αστική-κοινοβουλευτική δύναμη βγάζει από τα αποτελέσματά τους τα συμπεράσματα που τη βολεύουν, νομίζουμε ότι είναι η στιγμή ν’ αποπειραθούμε μια πρώτη και περιεκτική εξαγωγή συμπερασμάτων. Μια απόπειρα με γνώμονα το αναντίρρητο γεγονός ότι ακόμα και από την (προ)οπτική των προλεταριακών-λαϊκών δυνάμεων που επέλεξαν και προπαγάνδισαν την πολιτική επιλογή της εκλογικής Απεργίας, οι διεργασίες, οι (όποιες) μετατοπίσεις και τα αποτελέσματα που προκύπτουν στην πολιτική σκηνή του αστικού-κοινοβουλευτικού καθεστώτος μόνιμης έκτακτης ανάγκης δεν αφήνουν ανεπηρέαστη την πορεία που λαμβάνει ο κοινωνικός ανταγωνισμός και η ταξική πάλη μέσα στο Σύγχρονο Μητροπολιτικό Εντατικοποιημένο Καπιταλιστικό Κάτεργο (ΣΜΕΚΚ).
Δεν είναι η συνείδηση των ανθρώπων αυτό που καθορίζει το «είναι» τους, μα αντίστροφα, το κοινωνικό τους «είναι», είναι αυτό που καθορίζει τη συνείδησή τους.
Καρλ Μαρξ, Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας.
Με μια πρώτη ματιά μπορεί να εξαχθούν κάποια χρήσιμα συμπεράσματα. Η Γ’ Ελληνική Δημοκρατία δεν έχει αδιέξοδα ή μάλλον φαίνεται ικανή να δημιουργεί τις διεξόδους της. Το Κεφάλαιο, το Κράτος του και οι υπερεθνικοί Θεσμοί του «λαμβάνουν τα μηνύματα» που θέλουν να λάβουν από τους ψηφοφόρους τους και συνεχίζουν να κυβερνούν, να οχυρώνονται και να δρομολογούν το βάθεμα της ταξικής αφαίμαξης και της κοινωνικής λεηλασίας, τη διαιώνιση και την αναπαραγωγή της αστικής Εξουσίας τους, την επέλαση της θωρακισμένης δημοκρατίας του καπιταλιστικού ολοκληρωτισμού.
Το καθεστωτικό μπλοκ της ακροδεξιάς-νεοφιλελεύθερης συγκυβέρνησης ΝΔ-ΠΑΣΟΚ δείχνει ν’ αντέχει. Στραπατσαρισμένο και συρρικνωμένο αλλά (προς το παρόν τουλάχιστον) αντέχει. Το καθεστώς έκτακτης ανάγκης μονιμοποιείται νομιμοποιημένο και με την έγκριση μιας συρρικνωμένης εκλογικής πλειοψηφίας, ακόμα και αν αυτή αποτελεί δεδομένα πλέον μια αισχρή κοινωνική μειοψηφία. Άλλωστε η οποία κοινωνική νομιμοποίηση μπορεί να προσφερθεί πλέον μέσα από τις εκλογικές διαδικασίες υποβαθμίζεται εκ των πραγμάτων από το κύμα (συνειδητής ή ασυνείδητης, πολιτικής ή απολίτικης) Αποχής, ακόμα κι όταν αυτό αγνοείται τεχνηέντως ή ξορκίζεται στο όνομα της «δημοκρατικής συμμετοχικότητας». Οι εξελίξεις των τελευταίων μηνών και τα εκλογικά αποτελέσματα μαρτυρούν πολλά για το (αμφίβολο) βάθος της απώλειας της κοινωνικής συναίνεσης, για τη δυνατότητα επαναφομοίωσης των «αγανακτισμένων» κοινωνικών στρωμάτων (και ιδιαίτερα των μεσοστρωμάτων) από τους μηχανισμούς προπαγάνδας και χειραγώγησης, για το δεδομένο πλέον ρίζωμα των ναζιστών στο αστικό πολιτικό σύστημα και τα σωθικά του κοινωνικού σώματος, για την εξόφθαλμη φασιστικοποίηση της κατεξοχήν μεγαλοαστικής πάλαι ποτέ «μεγάλης φιλελεύθερης παράταξης», για την τρανταχτή απώλεια της (όποιας) «ριζοσπαστικότητας» της νεοσοσιαλδημοκρατίας της «κυβερνώσας αριστεράς», για την αμφίβολη αποτελεσματικότητα της προοπτικής εξαργύρωσης της λαϊκής οργής και των κοινωνικών-ταξικών αγώνων στην κάλπη με βλέψεις «κυβερνητικής ανατροπής», για την εξελισσόμενη διαδικασία «επαναδιατύπωσης και οργάνωσης της δεξιάς με το φασισμό, του κέντρου με τον φιλοευρωπαϊσμό και του ευνουχισμού της αριστεράς με το ρεφορμισμό», για τους συνολικούς κοινωνικοπολιτικούς συσχετισμούς ανάμεσα στις δυνάμεις του Κεφαλαίου και τις δυνάμεις της Εργασίας.
Ειδικότερα, η (ακόμα και μειωμένη) επίδοση που κατέγραψε το «σοσιαλ»-νεοφιλελεύθερο ΠΑΣΟΚ στις ευρωεκλογές και η (επαν)εκλογή μιας σειράς (κατά τ’ άλλα ακομμάτιστων) στελεχών του σε δημαρχιακούς και περιφερειακούς θώκους εξουσίας, μαρτυράει το βάθος της διατηρούμενης πελατειακής (δια)σύνδεσής του με διόλου ευκαταφρόνητα κοινωνικά κομμάτια. Συνεπικουρούμενο από τις επιδόσεις του μιντιοδημιούργητου κόμματος-υβριδίου του Ποταμιού, το κόμμα-τοτέμ της μεταπολίτευσης μπορεί να ελπίζει βάσιμα στην πολιτική του επιβίωση, η οποία είχε φανεί να τίθεται υπό αμφισβήτηση, μέσα από το ανακάτεμα της τράπουλας και το «νέο μείγμα» από το οποίο θα προκύψει η όποια νεκρανάσταση του πολιτικού Κέντρου. Σε σχέση με το συγκεκριμένο πολιτικό χώρο, η μόνη καλή είδηση που βγήκε από τις κάλπες ήταν η ηχηρή σφαλιάρα που εισέπραξαν οι νέοι Τσιριμώκοι, οι «πασόκοι με πολιτικά» της ΔΗΜΑΡ και η οποία σύμφωνα μ’ όλες τις ενδείξεις θα τους οδηγήσει στη διάλυση.
Η ΝΔ, η πιο ακροδεξιά-νεοφιλελεύθερη ΝΔ και ο ρέιντζερ πρωθυπουργός της τσαλακώθηκε, όχι όμως τόσο ώστε να τεθεί επιτακτικά το όποιο ζήτημα άμεσης αμφισβήτησής του. Πάντως, με δεδομένη την εκλογική της αποψίλωση ακόμα και σε παραδοσιακά «κάστρα» της, κυρίως (αλλά όχι μόνο) από τους ναζιστές, καθώς και την απ’ ευθείας ανάληψη της πολιτικής εξουσίας (π.χ στους δήμους Πειραιά και Βόλου) από συγκεκριμένα κομμάτια του ντόπιου «νόμιμου» ή «παράνομου» κεφαλαίου, η «ιστορική παράταξη» της εθνικοφροσύνης και των νοικοκυραίων φαίνεται μοιραία να οδηγείται στην αυτοδιάλυση και την «ανασύνθεσή» της έτσι ώστε, μέσα από μια νέα μαρκίζα, να εξακολουθήσει να κατέχει το ρόλο του βασικού πολιτικού διαχειριστή της αστικής Εξουσίας. Σ’ αυτό το πλαίσιο αναδιάταξης, βασικό προπαγανδιστικό (αλλά και ουσιαστικό) μέσο θ’ αποτελέσει και η ενδεχόμενη απόπειρα αναθεώρησης του συντάγματος, σε σαφώς αντιδραστική κατεύθυνση, μέσα από την οποία θα επιβεβαιωθεί και πολιτειακά το «τέλος της μεταπολίτευσης».
Αυτοί που ευθύνονται για το ότι ο πόλεμος με το φασισμό είναι τόσο μακροχρόνιος, είναι αυτοί που κατά καιρούς του πρόσφεραν ειρήνη.
γερμανός Αντιφασίστας, 1942
Τα πιο θρασύδειλα καπιταλιστικά γεννήματα, τα ναζιστικά μαντρόσκυλα του Κεφαλαίου και του Κράτους του, φορώντας την «αντισυστημική» προβιά των διωκόμενων από τους κυβερνητικούς ομοϊδεάτες τους, αναδεικνύονται σε τρίτη κοινοβουλευτική-αστική πολιτική δύναμη, συνεχίζοντας να αβγαταίνουν την εκλογική πελατεία τους μέσα από τα πλέον εξανδραποδισμένα κομμάτια του πληθυσμού, με τη (σιωπηρή όσο και δεδομένη) στήριξη μερίδων του (εφοπλιστικού κυρίως αλλά όχι μόνο) ντόπιου και του υπερεθνικού Κεφαλαίου. Με δεδομένη την αποδοχή τους από σεβαστές μερίδες των «ενόπλων δυνάμεων» και της δικ-αστικής Εξουσίας, την αυξητική διείσδυσή τους στα υποτιμημένα μεσοστρώματα του εθνικού κορμού, τον αντιπρολεταριακό-αντεπαναστατικό ρόλο τους και παρ’ όλο το πολύμορφο (αν και ελλιπές και ασυνεχές) τσάκισμά τους στους δρόμους από τις ανομοιογενείς δυνάμεις του Μαχητικού Αντιφασισμού, όλα τα φαινόμενα καταμαρτυρούν ότι οι γνησιότεροι απόγονοι των δοσίλογων, των ταγματασφαλιτών και των χουντικών θα συνεχίσουν να χτίζουν τη δική τους πελατοκρατία, αντλώντας κοινωνική νομιμοποίηση από τους πιο θρασύδειλους εθελούσιους δούλους και αποτελώντας, στη σημερινή ή σε κάποια μετεξελιγμένη μορφή, την ύστατη «χρυσή εφεδρεία» των αφεντικών. Άλλωστε, τα σημάδια που έρχονται από το σύνολο σχεδόν της επικράτειας της ιμπεριαλιστικής Ευρωπαϊκής Ένωσης καταμαρτυρούν την αύξηση των αντιδραστικών-φασιστικών δυνάμεων ενώ η Ουκρανία διδάσκει ποιοι είναι οι φυσικοί σύμμαχοι της «δημοκρατίας της ελεύθερης αγοράς».
Τα αποτελέσματα της Ιστορίας είναι πάντοτε διαφορετικά από τις προθέσεις, αν οι τελευταίες δεν συνάδουν με τις υπάρχουσες ιστορικές δυνατότητες.
Φρίντριχ Έγκελς, Επιστολή στον Έρνεστ Μπλοχ
Η «κυβερνώσα αριστερά», η νεοσοσιαλδημοκρατία του ΣΥΡΙΖΑ, παρ’ όλα τα διαπιστευτήριά της στους μηχανισμούς του «βαθέως Κράτους» και το παπαδαριό, στα ευρωενωσίτικα και τα υπερατλαντικά διευθυντήρια, αναδεικνύεται στην επερχόμενη βασική πολιτική δύναμη διαχείρισης της καπιταλιστικής κρίσης, χωρίς όμως το επιδιωκόμενο (από πλευράς της) «αέρα απόλυτης πλειοψηφίας». Η διγλωσσία, τα «ανοίγματα» και η στροφή στο «ρεαλισμό», αυτά τα απαραίτητα στοιχεία για την απόσπαση της συναίνεσης του ντόπιου και του υπερεθνικού Κεφαλαίου στην προοπτική ανάληψης, από μεριάς της, «κυβερνητικού έργου», φαίνεται ότι προς το παρόν δεν αρκούν για το επόμενο βήμα. Οι απόγονοι του «ειρηνικού περάσματος στο σοσιαλισμό» και του «ευρωκομμουνισμού», οι κήρυκες της διαταξικής εθνικής ενότητας και του κεϋνσιανισμού, όσο και αν «ταράζουν στη νομιμότητα», όσο και αν αποτελούν «την εγγυήτρια δύναμη για την υπεράσπιση της δημοκρατίας και του συντάγματος», όσο και αν αναδεικνύονται σε υπερασπιστές της ευρωενωσίτικης και της νατοϊκής ταυτότητας της χώρας, φαίνεται ότι θα πρέπει να περιμένουν ακόμα μέχρι ν’ αναλάβουν την πολιτική διαχείριση της αστικής Εξουσίας. Με δοσμένο το βάθος των συντελούμενων καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων σε βάρος των προλεταριακών-λαϊκών στρωμάτων, το πολωμένο πολιτικό κλίμα και τις οξυμένες κοινωνικές συνθήκες, κανένας δεν μπορεί να εγγυηθεί μια «ομαλή μετάβαση», που δεν θα περιέχει στην ουσία της την επαναφορά του «ιστορικού συμβιβασμού» στη μορφή του «μεγάλου συνασπισμού».
Από την πλευρά του, το «κόμμα της εργατικής τάξης» επιδόθηκε σ’ ένα «διμέτωπο προεκλογικό αγώνα» θέτοντας ως διακηρυγμένο στόχο του την ανάκτηση των κομματιών εκείνων που αποσκίρτησαν εκλογικά από τις γραμμές του και στοχεύοντας στη διατήρησή του σε αξιοπρεπή κοινοβουλευτικά επίπεδα, κάτι το οποίο και εν μέρει φαίνεται να πετυχαίνει. Όμως σε καμία περίπτωση, ο αντικαπιταλιστικός-αντιιμπεριαλιστικός βερμπαλισμός του δεν ξεπλένει το σεχταρισμό, τον αναχωρητισμό από τη ζωντανή κινηματική διαδικασία, τις ιστορικές ευθύνες του για τη διατήρηση της συνεργασίας με τη Λιάνα Κανέλλη (αυτό το γνήσιο τέκνο του Δικτύου 21 και συνομιλήτρια του αντικομμουνιστή Τάκη Μπαλτάκου), την περιφρούρηση του αστικού κοινοβουλίου και τη χυδαία ταύτιση όσων συγκρούστηκαν μαζί του με τους ναζιστές που τους επιτέθηκαν στο Πέραμα (με τους ναζιστές που τα συνδικαλιστικά στελέχη τους είχαν υποδεχθεί αβασάνιστα λίγους μήνες πριν, στην απεργία της Χαλυβουργίας). Όπως και να έχει, η κομματική γραφειοκρατία του Περισσού εξακολουθεί να παραμένει πιστή στη ρεβιζιονιστική γραμμή που κηρύσσει ότι «στην πραγματική εξέγερση δεν θα σπάσει ούτε τζάμι».
Όσο για τις διάφορες τάσεις του εξωκοινοβουλευτικού (αλλά όχι και αντικοινοβουλευτικού) αριστερισμού, για άλλη μια φορά μέσα στη μακρόχρονη πορεία τους αναδεικνύονται κατώτερες των περιστάσεων, αναντίστοιχες των συνθηκών και πιο πίσω ακόμα και από τις ίδιες τις διακηρύξεις τους, ενώ ο αναρχικός-αντιεξουσιαστικός χώρος δίνει, κατακερματισμένος και με διαφορετικές και αλληλοσυγκρουόμενες γραμμές, μια μάχη χαρακωμάτων για να διατηρήσει τη δραστηριοποίηση του και τις υποδομές του σε τοπικό επίπεδο καθώς και την (όποια) κεντρική πολιτική παρουσία του, σηκώνοντας το κατασταλτικό βάρος του διακηρυγμένου «εσωτερικού εχθρού».
Όλα αυτά, μέσα σ’ ένα ευρωπαϊκό περιβάλλον όξυνσης της καπιταλιστικής επέλασης και των ενδο-αστικών αντιθέσεων και ενώ η κρεατομηχανή του Κεφαλαίου συνεχίζει να ανεβάζει στροφές αλέθοντας κατακτήσεις και κεκτημένα, υποτιμώντας τη μισθωτή εργασία και τη συλλογική ευφυΐα, ρίχνοντας στον καιάδα του κοινωνικού δαρβινισμού και του αλληλοφαγώματος εκατομμύρια απόκληρους και απόβλητους, εργαζόμενους και άνεργους, ιθαγενείς και μετανάστες προλετάριους.
«Η μοναδική διαχωριστική γραμμή που μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε για να προσδιορίσουμε τα πολιτικά ρεύματα και την ιστορική σημασία τους είναι εκείνη της δράσης τους σε σχέση με την προλεταριακή αυτονομία, στην ενίσχυση που έδωσαν στη διαδικασία απελευθέρωσης του προλεταριάτου».
Proletari 56, οι συνήθεις ταραξίες, οι συνήθεις προβοκάτορες: σκέψεις για τον αναρχισμό και τον κομμουνισμό.
Παρ’ όλα αυτά, παρ’ όλη τη μοιρολατρία και την ηττοπάθεια, η εργατική Τάξη αν καιδιαιρεμένη επειδή είναι αδύναμη και όχι αδύναμη επειδή είναι διαιρεμένη, αν και ασυγκρότητη πολιτικά, αν και λοιδωρημένη από τους ψευτοσωτήρες της και τους αυλικούς του Κεφαλαίου, αν και ματωμένη από τους ένστολους φρουρούς του καθεστώτος και τα υπόλοιπα μαντρόσκυλα των αφεντικών, αν και λαβωμένη από τον καπιταλιστικό οδοστρωτήρα της τελευταίας πενταετίας, συνεχίζει εδώ και εκεί, διάσπαρτα και διάχυτα, να σηκώνει το ανάστημά της, να συγκρούεται με την υποτίμηση, την απόλυση και την απληρωσιά, να ορθώνει αναχώματα, να υπερασπίζεται τα συμφέροντά της, να διεκδικεί το Δίκιο της. Η Τάξη αποσυντίθεται και ανασυντίθεται, μέσα στο ΣΜΕΚΚ, έξω και ενάντια στην αστική αλλοτρίωση, κόντρα στο άθλιο παρόν της καπιταλιστικής Κρίσης και στο ακόμα πιο επαίσχυντο μέλλον της καπιταλιστικής Ανάπτυξης. Έστω και μειοψηφικά, έστω και αποσπασματικά, έστω και αναντίστοιχα σε σχέση με την ιστορική κομβικότητα της τρέχουσας περιόδου, η Τάξη κι όμως κινείται… Η απαισιοδοξία της γνώσης και η αισιοδοξία της θέλησης ωθεί διαλεκτικά προς εκείνα τα καθήκοντα και εκείνες τις τακτικές επιλογές που συμβάλλουν στη στρατηγική συγκρότησης των προλεταριακών ομάδων συνάφειας και της πολιτικής ταξικής οργάνωσης, για την υπεράσπιση των προλεταριακών-λαϊκών συμφερόντων και αναγκών μέσα από τη ρήξη με την αστική νομιμότητα, για την επαναστατική προοπτική και την έφοδο στον ουρανό, για την κοινωνική Απελευθέρωση και την προλεταριακή Αντιεξουσία, για τον Κομμουνισμό και την Αναρχία.
Αθήνα, τέλη Μάη 2014

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου