Δευτέρα, 26 Αυγούστου 2013

Τα πλούτη των αφεντικών είναι το αίμα μας

Από 1 Σεπτέμβρη θα βρίσκουμε στα ράφια των σούπερ μάρκετ ληγμένα προϊόντα σε χαμηλότερες τιμές, με την στάμπα ''τρόφιμα περασμένης διατηρησιμότητας''.
Οι ''παραλογισμοί'' των αφεντικών δεν μας εκπλήσσουν. H υπονόμευση των ζωών μας, η εκμετάλλευση των μη εχόντων, είναι ο ίδιος ο καπιταλισμός. Όσο η επίθεση του κεφαλαίου δεν θα βρίσκει προλεταριακά αναχώματα και ταξικές ανταπαντήσεις, τόσο οι ζωές μας θα ισοπεδώνονται.


Παρακάτω μέρος της εισαγωγής από μπροσούρα που κυκλοφόρησε στην Αθηναϊκή μητρόπολη τον Φλεβάρη του 2012: 


''Απαλλοτριώσεις στα σούπερ μάρκετ - Πόλεμος στα 
αφεντικά''


ΘΕΛΟΝΤΑΣ ΝΑ ΜΙΛΗΣΟΥΜΕ ΓΙΑ ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΗΣ ΑΠΑΛΛΟΤΡΙΩΣΗΣ ΣΥΝΟΛΙΚΟΤΕΡΑ, δεν μπορούμε παρά να αναφερθούμε σε ένα ευρύ φάσμα συμπεριφορών και πρακτικών που εκδηλώνονται από τα κάτω, είτε συνειδητά είτε αυθόρμητα και συχνά με όλες τις αντιφάσεις που μπορεί να φέρουν μέσα τους οι καταπιεσμένοι. Από τη διάχυτη σιωπηρή συμπεριφορά πολύ κόσμου που στην καθημερινότητά του δεν διστάζει να βουτάει από τα καταστήματα ρούχα, τρόφιμα και ό,τι άλλο χρειάζεται, μέχρι τις μαζικές λεηλασίες εμπορευμάτων που σημειώνονται σε κρίσιμες στιγμές εξεγέρσεων ή αναταραχών, όπως στο Λος Άντζελες κατά την εξέγερση του ’92, στις πόλεις της Αργεντινής μετά τη χρεοκοπία, στη Νέα Ορλεάνη όταν εγκαταλείφθηκαν οι φτωχοί στη δίνη του τυφώνα Κατρίνα, στο Λονδίνο κατά την εξέγερση του περσινού καλοκαιριού ή στην Αθήνα τις μέρες του Δεκέμβρη του '08 και στο γενικευμένο ξέσπασμα στις 12 Φλεβάρη τη μέρα της ψήφισης του 2ου μνημονίου. Χωρίς να παραλείπονται οι απαλλοτριώσεις τραπεζών από αντικαθεστωτικά κινήματα για να χρηματοδοτήσουν τη δράση τους, είτε εκείνες από αγωνιστές που έχουν επιχειρήσει να αρνηθούν σε ατομικό επίπεδο τον εργασιακό εκβιασμό διεκδικώντας μια μεγαλύτερη αυτονομία στο χρόνο και την καθημερινότητά τους.

Το ζήτημα της απαλλοτρίωσης τίθεται και θα τίθεται συνεχώς μέσα στον καπιταλισμό. Γιατί αυτό το σύστημα βασίζεται στο γεγονός ότι τα πάντα -από τη γη και το νερό μέχρι τη συλλογική γνώση αιώνων- περιφράσσονται και μετατρέπονται σε ιδιοκτησία και προς αξιοποίηση κεφάλαιο, αποκλείοντας τους περισσότερους ανθρώπους από τα απαραίτητα μέσα για την αυτοσυντήρησή τους και εκβιάζοντάς τους μεταξύ ανέχειας και εργασιακής εκμετάλλευσης. Γιατί αυτό το σύστημα κινείται με κυρίαρχο γνώμονα τη διαρκή συσσώρευση του κεφαλαίου που απαιτεί και απορροφά ολοένα περισσότερη εργασία για να αποσπά υπεραξία. Γιατί είναι ένα σύστημα ταξικής διαίρεσης και ανισότητας, όπου ο πλούτος που βρίσκεται στα χέρια των αφεντικών δεν είναι παρά η εργασία, ο κλεμμένος μόχθος και χρόνος των καταπιεσμένων. Γιατί είναι ένα σύστημα που ενώ επαίρεται για την αφθονία που μπορεί να προσφέρει, καθιστά ταυτόχρονα δυσχερή ή και απαγορευμένη την πρόσβαση ολόκληρων πληθυσμών ακόμα και στα βασικά μέσα επιβίωσης.

Για μας η απαλλοτρίωση δεν τελειώνει σε ένα ζήτημα δικαιότερης ανακατανομής του πλούτου, αλλά είναι συνυφασμένη με την εκ βάθρων αλλαγή αυτού του κόσμου. Οτιδήποτε υπάρχει και στη μορφή που υπάρχει, υπόκειται στα χαρακτηριστικά και τις απαιτήσεις των κοινωνικών σχέσεων μέσα στις οποίες έχει παραχθεί. Η ασταμάτητη καπιταλιστική συσσώρευση ισοδυναμεί με μια διαρκώς εκτεινόμενη εμπορευματική οικονομία. Το κεφάλαιο επινοεί συνεχώς νέα πεδία επιχειρηματικών και επενδυτικών δραστηριοτήτων. Καθετί μπορεί και έχει εμπορευματοποιηθεί, βρίσκεται αιχμάλωτο στο βασίλειο του εμπορεύματος και μοναδικός του προορισμός είναι η αγοραπωλησία και εντέλει η κερδοφορία. Η κατανάλωση από διαδικασία πλήρωσης ατομικών και κοινωνικών αναγκών μετατρέπεται σε αυτοσκοπό, ανάγεται σε ιδεολογία και σε τρόπο ζωής. Το δόγμα του καταναλωτισμού θριαμβεύει κατασκευάζοντας διαρκώς νέες ανάγκες, επιδιώκοντας τη διεύρυνση του πεδίου κερδοφορίας.

Οι προσταγές της καπιταλιστικής μηχανής έχουν εισβάλει και διεισδύσει σε όλες τις εκφάνσεις του κοινωνικού βίου, ακόμα και στις πιο εσωτερικές πτυχές των ζωών μας, επικαθορίζοντας τον πυρήνα της ατομικής συμπεριφοράς, συνοδεύοντας και κυρίως κατευθύνοντας τις επιθυμίες και τις ανάγκες μας. Έχοντας προσβληθεί από το καπιταλιστικό καρκίνωμα και ναρκωμένοι από τα καταναλωτικά πρότυπα νομίζουμε ότι μαζί με τα δημητριακά αγοράζουμε τη θαλπωρή, με το άρωμα τον πόθο, με το αυτοκίνητο το δυναμισμό. Διασκεδάζουμε, φλερτάρουμε, ονειροπολούμε, τσακωνόμαστε και χορεύουμε στους ρυθμούς του κεφαλαίου και του εμπορεύματος. Η στριμωγμένη και παραιτημένη καθημερινότητά μας και η απουσία παθιασμένων διαπροσωπικών σχέσεων μαρτυρούν την αποξένωση και την αλλοτρίωσή μας. Η αλλοτρίωση που απομακρύνει τον εργαζόμενο/ εργάτη από το σκοπό και το αντικείμενο της δραστηριότητάς του και το προϊόν του μόχθου του, το άτομο από τις ανάγκες και τις επιθυμίες του, που μας απομακρύνει από το διπλανό μας και από τον ίδιο μας τον εαυτό.

Επομένως η έννοια της απ-αλλοτρίωσης είναι αδιαχώριστη από τη συνολική και συλλογική διαδικασία της επανάκτησης και του επαναπροσδιορισμού των πραγμάτων και των νοημάτων, των σκοπών και των μέσων, των ίδιων των κοινωνικών σχέσεων και της αντίληψης του χρόνου. Αδιαχώριστη από την αναγκαιότητα της καταστροφής κάθε στοιχείου που φέρει, διασπείρει και αναπαράγει την καπιταλιστική σχέση. Αδιαχώριστη από την ανάγκη να συνειδητοποιήσουμε ότι δεν είμαστε απλά οι παραγωγοί του κοινωνικού πλούτου αλλά ο ίδιος ο κοινωνικός πλούτος.

ΘΕΛΟΝΤΑΣ ΝΑ ΣΧΕΤΙΣΤΟΥΜΕ ΜΕ ΤΗ ΔΥΝΑΜΙΚΗ ΤΩΝ ΣΗΜΕΡΙΝΩΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΔΙΕΡΓΑΣΙΩΝ, χρειάζεται να αναφερθούμε στο ξέσπασμα της καπιταλιστικής κρίσης και στο γεγονός ότι η διαχείρισή της από την πλευρά των αφεντικών κάνει ακόμα πιο δυσχερείς ή και ισοπεδώνει τους όρους επιβίωσης μεγάλων κομματιών του πληθυσμού. Το ελληνικό κράτος με τη συνεργασία και υπό την εποπτεία των ευρωπαϊκών θεσμών και του διεθνούς νομισματικού ταμείου, επιχειρεί έναν ραγδαίο και βαθύ κοινωνικό μετασχηματισμό. Μια σειρά φόροι και περικοπές σε μισθούς, επιδόματα, συντάξεις και διάφορες μορφές εισοδήματος, υποτιμούν ακόμα περισσότερο την εργατική δύναμη, υποβαθμίζουν τους όρους επιβίωσης των μέσων και κατώτερων στρωμάτων και εξωθούν διαρκώς περισσότερους στα όρια της φτώχειας και της εξαθλίωσης.

Οι εξελίξεις αυτές συντείνουν στη βαθύτερη απαξίωση του πολιτικού συστήματος και την κατάρρευση των πελατειακών του σχέσεων ενώ οδηγούν αρκετό κόσμο στο δρόμο, σε διαμαρτυρίες, απεργίες και αρκετές φορές σε συγκρούσεις. Διάχυτη αγανάκτηση και οργή, αφορισμός για τα κόμματα και τους πολιτικούς, νέες μορφές πολιτικής δράσης και ερωτήματα, είναι στοιχεία που χαρακτηρίζουν αυτή την περίοδο. Πώς θα τα βγάλει κανείς πέρα μέσα σ' αυτή τη συνθήκη; Πώς θα καλύψουμε τώρα τα βασικά; Αντικειμενικά και λόγω της ίδιας της φύσης των αλλαγών που επιβάλλονται, οι αγώνες μεταφέρονται και στο πεδίο της καθημερινής ζωής, ξεπερνώντας πολλές φορές τον αιτηματικό τους χαρακτήρα και προχωρώντας στην άμεση, εξωθεσμική και αδιαμεσολάβητη ικανοποίηση βασικών καθημερινών αναγκών.

Η σημασία των καθημερινών αναγκών στιγματίζει το πεδίο της πολιτικής δράσης και αυτό αντανακλάται στα εγχειρήματα και τις κινήσεις που αναπτύσσονται και εξαπλώνονται. Ενώ πάντα ο ίδιος ο αγώνας, η θεωρία και η πράξη του, μιλούσαν για τις ανάγκες και το πως διαχειριζόμαστε τις ζωές και τις επιθυμίες μας, σήμερα αυτό αποκτά κομβική σημασία. Μια σειρά από πρακτικές αγώνα όπως οι αρνήσεις πληρωμών λογαριασμών και του φόρου ακινήτων, οι αγώνες ενάντια στα διόδια και την αύξηση του εισιτηρίου στις συγκοινωνίες, οι λαϊκές συνελεύσεις γειτονιάς, τα χαριστικά παζάρια και οι συλλογικές κουζίνες, οι παρεμβάσεις σε νοσοκομεία για την ελεύθερη πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας ή οι επανασυνδέσεις ρεύματος, επιχειρούν να απαντήσουν σε ζητήματα της καθημερινότητας συνδέοντάς τα με τη γενικότερη πολιτική κατάσταση. Αμφισβητούν την κυρίαρχη ρητορική και αντιπροτείνουν τη συλλογική αυτενέργεια και αντεπίθεση αποτελώντας έτσι πεδίο πολιτικοποίησης και χειραφέτησης για αρκετό κόσμο.

Το καθεστώς όσο κι αν έχει θέσει την απόσπαση συναίνεσης στις αποφάσεις του σε δεύτερο πλάνο, όσο κι αν ασκεί πλέον τη βία του απροκάλυπτα, είτε πρόκειται για την καταστολή των διαδηλώσεων είτε για τον ουσιαστικά πραξικοπηματικό τρόπο διαχείρισης των πολιτικών και οικονομικών εξελίξεων, δεν είναι διατεθειμένο να εγκαταλείψει το ρόλο του κοινωνικού μεσολαβητή. Ακόμα και με τους πιο ευτελείς τρόπους προσπαθεί να διαχειριστεί τους νεόπτωχους και τους εξαθλιωμένους, για να αμβλύνει τις εντάσεις και να προκαταλάβει την εξάπλωση της εξωθεσμικής και αδιαμεσολάβητης κίνησης των καταπιεσμένων. Τα συσσίτια της εκκλησίας Α.Ε. με την τεράστια περιουσία και το εμπόριο φόβου, πολυδιαφημίζονται και πριμοδοτούνται, ενώ την ίδια ώρα αυτοοργανωμένα εγχειρήματα όπως συλλογικές κουζίνες και χαριστικά-ανταλλακτικά παζάρια, φτάνουν να απαγορεύονται και να παρεμποδίζονται με υγειονομικές ή άλλες προφάσεις.

Προς την ίδια κατεύθυνση κινούνται και πρωτοβουλίες από διάφορα επιχειρηματικά συμφέροντα και κομμάτια του κεφαλαίου. Πιο τρανταχτό παράδειγμα η εκστρατεία του Σκάι, που σε συνεργασία με μεγάλες αλυσίδες σουπερμάρκετ, καλούν τους καταναλωτές να προσφέρουν προϊόντα (αγορασμένα από αυτούς φυσικά) για τους «λιγότερο τυχερούς συνανθρώπους μας». Τέτοιου είδους καμπάνιες προσφέρουν μια ψευδαίσθηση συμμετοχής στα κοινά, διαμεσολαβημένη όσο δεν πάει, και φυσικά με κέρδος για την επιχείρηση, ενώ παράλληλα επιχειρούν να κατασκευάσουν μια πλασματική κοινότητα που να χωράει σχεδόν τους πάντες «απέναντι στην κρίση». Εκμεταλλευτές και εκμεταλλευόμενοι σε κοινό μέτωπο ενάντια στην κρίση του συστήματος, στο οποίο βασίζουν την ύπαρξή τους οι πρώτοι και χρωστάνε τη δυστυχία τους οι δεύτεροι.

Οι γελοίες κινήσεις που αναφέρονται παραπάνω, φέρουν και όλα τα χαρακτηριστικά της φιλανθρωπίας όπως την ξέρουμε εδώ και χρόνια. Η φιλανθρωπία εξ ορισμού, γίνεται από αυτούς που έχουν προς αυτούς που δεν έχουν. Το πώς έχει διαμορφωθεί αυτή η κατάσταση, πως και γιατί δηλαδή υπάρχουν οι μεν και οι δε, στην καλύτερη περίπτωση αφήνεται ανεξέταστο. Γιατί προκειμένου να είναι με έναν τρόπο δεκτή η εικόνα κουστουμαρισμένων επιχειρηματιών, χρυσοστόλιστων φιλάνθρωπων κυριών, πολιτικών και παπάδων να σκύβουν στοργικά πάνω από άστεγους, πρέπει η βάση της ύπαρξης όλων των παραπάνω να μένει εκτός κάδρου. Έτσι κουβέντα για το ληστρικό ρόλο του κράτους και των τραπεζών, κουβέντα για το γεγονός ότι οι ίδιοι οι «φιλάνθρωποι» έχουν καταδυναστεύσει τις ζωές αυτών που θέλουν να «βοηθήσουν», κουβέντα για τη λεηλασία ολόκληρων λαών από τα συμφέροντα του κεφαλαίου, κουβέντα για τον παρασιτισμό των πολιτικών, των αφεντικών, των παπάδων. Απλά κάποιοι «έτυχε» να τα έχουν, λόγω καπατσοσύνης, εργατικότητας ή τύχης και κάποιοι όχι, λόγω ανικανότητας ή ατυχίας.

ΟΙ ΑΠΑΛΛΟΤΡΙΩΣΕΙΣ ΤΩΝ ΣΟΥΠΕΡΜΑΡΚΕΤ ΚΑΙ ΤΑ ΜΟΙΡΑΣΜΑΤΑ ΤΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ στις λαϊκές, πραγματοποιούνται κάθε φορά από μερικές δεκάδες ανθρώπους. Ο χαρακτηρισμός τους ως «Ρομπέν των ραφιών» από τα ΜΜΕ δεν είναι τυχαίος. Στοχεύει στη συνειρμική εξωτικοποίηση των συμμετεχόντων σε αυτές. Στην παρουσίασή τους, αυτών ως φυσικά πρόσωπα αλλά και των ίδιων των δράσεων, ως κάτι το μακρινό, διαχωρισμένο και εξωτερικό προς την καθημερινότητα των «απλών» ανθρώπων, οι οποίοι αν γυρίσουν σπίτι τους και με ένα δωρεάν εξτραδάκι στην τσέπη, δεν τρέχει και τίποτα, αρκεί να μείνει εκεί το θέμα. Ωστόσο, πέρα και ενάντια στη ρητορική της φιλανθρωπίας και τη μοιρολατρία του πεπρωμένου καθώς και την απονοηματοδότηση από τα ΜΜΕ, οι δράσεις απαλλοτρίωσης και μοιράσματος διατυπώνουν το δικό τους διττό μήνυμα.

Αφενός είναι δράσεις που επιτίθενται στον κλεμμένο πλούτο, που στοιβάζεται στα ράφια των σουπερμάρκετ και υπάρχει εκεί ως αποτέλεσμα εκμετάλλευσης της εργασίας εκατομμυρίων προλετάριων σε όλο τον κόσμο και μελλοντικό κέρδος για τα αφεντικά. Δράσεις που δεν διεκδικούν καλύτερους καταναλωτικούς όρους ή μια δικαιότερη κατανομή των αγαθών, εντός όμως του καπιταλισμού και των σχέσεων που αυτός προαπαιτεί και παράγει, αλλά θέτουν το ζήτημα της ανατροπής του. Δράσεις που αμφισβητούν την κυρίαρχη ηθική που προστατεύει την ιδιοκτησία πάνω στον κοινωνικό πλούτο και τους νόμους και τους μηχανισμούς που την περιφρουρούν. Δράσεις που αρνούνται τα δίπολα νόμιμου/παράνομου και βίαιου/μη βίαιου που συχνά τίθενται ακόμα και στο εσωτερικό των αγωνιζόμενων.

Αφετέρου είναι δράσεις που προτάσσουν τη συγκρότηση μια συλλογικής συνείδησης των εκμεταλλευόμενων, αυτού που θα λέγαμε κοινότητα των από τα κάτω. Το μοίρασμα των προϊόντων είναι μια συμβολική απόληξη του προτάγματος της κοινοκτημοσύνης, μια κίνηση για το πέρασμα από τα μοναχικά εγώ και το «άγιο ατομικό συμφέρον» σε σχέσεις αλληλεγγύης και αλληλοβοήθειας. Όχι μέσα από τις διαδρομές που μας υπαγορεύουν οι καλοθελητές δυνάστες μας με τους πολυάριθμους επίπλαστους εθνικούς, φυλετικούς, θρησκευτικούς διαχωρισμούς. Αλλά στη βάση των κοινών μας κοινωνικών και ταξικών θέσεων και αναφορών και μιας κοινής προοπτικής για ισότητα και ελευθερία.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου