Τετάρτη, 29 Μαΐου 2013

Παρισινή Κομμούνα 18 Μαρτίου – 28 Μαΐου 1871

«Η πάλη της εργατικής τάξης με την τάξη των κεφαλαιοκρατών και με το κράτος της μπήκε σε νέα φάση χάρη στον παρισινό αγώνα. Όποια κι αν είναι η άμεση έκβαση της υπόθεσης έχει πια κερδηθεί ένα καινούριο σημείο αφετηρίας κοσμοϊστορικής σημασίας». 


Καρλ Μαρξ, Απόσπασμα από γράμμα του Κ. Μαρξ στον Κούγκελμαν 

Η πρώτη επιτυχημένη απόπειρα της εργατικής τάξης να πάρει την εξουσία στα χέρια της σε τοπικό επίπεδο, καταργώντας τις συγκεντρωτικές δομές του κράτους. Το πολιτικό πείραμα έλαβε χώρα στο Παρίσι και αποδείχτηκε θνησιγενές. Διήρκεσε 72 ημέρες και πνίγηκε στο αίμα από την κυβέρνηση του Αδόλφου Θιέρσου.


Προοίμιο


Τα χρόνια που κύλησαν από τις επαναστάσεις του 1848 δεν ήταν πλούσια σε ηρωικά και δραματικά γεγονότα. Αν και έγιναν αρκετοί πόλεμοι, αυτοί ήταν είτε σύντομες επιχειρήσεις που κρίνονταν από την τεχνολογική και οργανωτική υπεροχή (όπως οι αποφασιστικοί και γρήγοροι πόλεμοι μεταξύ 1864 και 1871 χάρη στους οποίους εγκαθιδρύθηκε η γερμανική αυτοκρατορία), είτε άτσαλες σφαγές όπως ο πόλεμος της Κριμαίας (1854-56). Ο μεγαλύτερος από όλους τους πολέμους, ο αμερικανικός εμφύλιος, κερδήθηκε λόγω της οικονομικής δύναμης και των υπέρτερων πόρων του Βορρά, απέναντι σε έναν καλύτερο στρατό και καλυτέρους στρατηγούς. 
Τα ουσιαστικά γεγονότα της περιόδου ήταν οικονομικού και τεχνολογικού χαρακτήρα: το σίδερο που κατέκλυζε τον κόσμο, ο σιδηρόδρομος που απλωνόταν σε όλες τις ηπείρους, τα υποβρύχια καλώδια που διέσχιζαν τον Ατλαντικό, η διώρυγα του Σουέζ, οι μεγαλουπόλεις που ξεφύτρωναν στο παρθένο έδαφος των μεσοδυτικών διαμερισμάτων των ΗΠΑ. Οι πρωταγωνιστές της περιόδου ήταν προσγειωμένοι άνθρωποι με σοβαρό ντύσιμο, που σκορπούσαν γύρω τους έναν αέρα αξιοπρέπειας και μια αίσθηση φυλετικής ανωτερότητας μαζί με εγκαταστάσεις φυσικού αερίου, σιδηροδρομικές γραμμές και δάνεια.
 Η διώρυγα του Σουέζ

  
Η πρόοδος: ραγδαία, ορθολογική, αυτάρεσκη και, πάνω απ’ όλα, αναπόφευκτη. Μόνο λίγοι στοχαστές πρόβλεπαν ότι η αναπόφευκτη πρόοδος θα δημιουργούσε έναν κόσμο πολύ διαφορετικό από εκείνον προς τον οποίο φαινόταν να οδηγεί, ίσως μάλιστα στο αντίθετό του. Κανένας – ούτε ο Μαρξ, που το 1848 και για μια δεκαετία ακόμη οραματιζόταν την κοινωνική επανάσταση – δεν περίμενε την άμεση αναστροφή αυτής της εξέλιξης. Το 1860, οι προσδοκίες του ήταν πια μακροπρόθεσμες. 
Η Δεύτερη Γαλλική Αυτοκρατορία υπό τον Λουδοβίκο Βοναπάρτη ήταν ένα ακραίο αυταρχικό - αντιδραστικό καθεστώς, που συνέτριψε ανελέητα το εργατικό και δημοκρατικό κίνημα της Γαλλίας, χάριν της αντιδραστικής αφρόκρεμας της αστικής τάξης. Με το πρόσχημα ότι αγωνιζόταν εναντίον των μυστικών εταιριών, η κυβέρνηση διέλυσε όλες τις δημοκρατικές οργανώσεις. Οι πολιτικές λέσχες απαγορεύτηκαν, οι εφημερίδες και τα περιοδικά της αντιπολίτευσης απαγορεύτηκαν, τα σχολεία, τα ανώτερα εκπαιδευτικά ιδρύματα και τα θέατρα τα επιτηρούσε η αστυνομία. Ο ρόλος του αυτοκράτορα διογκώθηκε, ενώ τα αντιπροσωπευτικά σώματα (Νομοθετικό, Γερουσία, Συμβούλιο της Επικρατείας) ουσιαστικά εκμηδενίστηκαν.
Όλα αυτά, βέβαια, συμβαίνουν σε μια περίοδο που η χώρα ζει έντονη καπιταλιστική ανάπτυξη. Οι ατμοκίνητοι κινητήρες στα χρόνια της Δεύτερης Αυτοκρατορίας σχεδόν τετραπλασιάστηκαν στη Γαλλία. Η μεταλλουργία γνώρισε μεγάλη άνοδο. Το ίδιο και η βαμβακουργία, η εριουργία και η μεταξουργία. Μεγάλη επίσης άνθηση γνωρίζει το χρηματιστικό κεφάλαιο. Ετσι, στα 1863, ιδρύεται η «Πιστωτική Τράπεζα της Λυών», στα 1864 η Τράπεζα Παρακαταθηκών, στα 1865 η «Γαλλική Αγροτική Πιστωτική Τράπεζα». Μεγάλη επίσης ανάπτυξη σημειώνεται στην αγροτική οικονομία, ενώ ο πληθυσμός στις πόλεις συνεχώς αυξανόταν. Στα 1850-1870 αυξήθηκαν αρκετά οι εργάτες που δούλευαν στη βιομηχανία. Μόνο στο Παρίσι, σε μία δεκαετία, 1860-1870, οι εργάτες αυξήθηκαν κατά 100 χιλιάδες. Το 1866 το Παρίσι αριθμούσε 1799980 κατοίκους, το 57% των οποίων εργαζόταν στη βιομηχανία. Ταυτόχρονα, όμως, αυξάνεται και η εκμετάλλευση της εργατικής τάξης από την αστική. Τα χρονικά όρια της εργάσιμης μέρας αυξάνονται (σε ορισμένους κλάδους φτάνουν τις 16-18 ώρες), ανελέητη είναι η εκμετάλλευση γυναικών και παιδιών που εργάζονται. Η εργατική τάξη, διεκδικώντας  μαχητικά τα δικαιώματά της το 1864 είχε κερδίσει το δικαίωμα της απεργίας. 
Οι τέχνες και τα γράμματα σημειώνουν επίσης άνθιση. Ο Μποντλέρ δημοσιεύει «Τα Άνθη του Κακού» (1857), ο Φλομπέρ τη «Μαντάμ Μποβαρί» (1857), τη «Σαλαμπό» (1862) και την «Αισθηματική αγωγή» (1869), οι ζωγράφοι Κουρμπέ και Μονέ, ο μουσικός Μπερλιόζ. Κι άλλοι πολλοί. Και ο Παστέρ προετοιμάζεται για τις μεγάλες του ανακαλύψεις. 
Τον Ιούλιο του 1870, ο Λουδοβίκος Βοναπάρτης ξεκινά πόλεμο εναντίον της Πρωσίας προσπαθώντας να εμποδίσει την ενοποίησή της με την Γερμανία (αφορμή στάθηκε η διαφωνία της Γαλλίας στην ανακήρυξη του Γερμανού πρίγκιπα Λεοπόλδου των Χοεντσόλερν σε υποψήφιο βασιλιά της Ισπανίας) και να σώσει την παραπαίουσα αυτοκρατορία του, ένας πόλεμος που αποδείχτηκε καταστροφικός.
Η Διεθνής προετοιμαζόταν από καιρό γι’ αυτήν τη στιγμή. Στο συνέδριο του 1868 στις Βρυξέλες, είχε εγκριθεί ένα ψήφισμα το οποίο καλούσε σε γενική απεργία τη στιγμή που ξεσπούσε ο πόλεμος – μολονότι ο Μαρξ είχε απορρίψει την ιδέα ως «βελγική ασυναρτησία», με το επιχείρημα πως η εργατική τάξη «δεν είναι ακόμα επαρκώς οργανωμένη ώστε να γείρει την πλάστιγγα προς το μέρος της».
Στις 23 Ιουλίου του 1873, 4 μέρες μετά την έναρξη των εχθροπραξιών, το Γενικό Συμβούλιο ενέκρινε τη Διακήρυξη που είχε γράψει ο Μαρξ. Προέβλεπε με μεγάλη ικανοποίηση την ήττα του Λουδοβίκου Βοναπάρτη. Προειδοποιούσε, ωστόσο, πως αν οι Γερμανοί εργάτες επέτρεπαν να απολέσει ο πόλεμος «τον αυστηρά του αμυντικό χαρακτήρα» και να εκφυλιστεί σε επίθεση ενάντια στο γαλλικό λαό, τότε η νίκη θα ήταν εξίσου καταστροφική με την ήττα.
Στη μάχη του Σεντάν, 3 του Σεπτέμβρη 1870 ολόκληρος ο Γαλλικός στρατός με επικεφαλής τον Αυτοκράτορα, αιχμαλωτίζεται. Το μέτωπο καταρρέει κι ο Πρωσικός στρατός κατευθύνεται προς το Παρίσι.
 Ο Λουδοβίκος Βοναπάρτης αιχμάλωτος του γερμανού αυτοκράτορα Γουλιέλμου του 1ου

Μόλις έγινε γνωστή στο Παρίσι η αιχμαλωσία του αυτοκράτορα, ο λαός ξεσηκώθηκε και ανακήρυξε τη Δημοκρατία, την Τρίτη Δημοκρατία στην ιστορία της Γαλλίας, αφού ως Πρώτη θεωρείται εκείνη του 1792 και ως Δεύτερη εκείνη που ανακηρύχτηκε στις 24 Φεβρουαρίου του 1848, με τη Φεβρουαριανή Επανάσταση. Στις 9 Σεπτεμβρίου, η Διεθνής εξέδωσε και Δεύτερη Διακήρυξη μετά τον πόλεμο (συγγραφέας της οποίας ήταν πάλι ο Μαρξ), η οποία άρχιζε με την αυτάρεσκη μάλλον διαπίστωση πως «δεν διαψευστήκαμε ως προς τη διάρκεια ζωής της Δεύτερης Αυτοκρατορίας». Στην Διακήρυξη ξεσκεπάζονταν τα κατακτητικά σχέδια των γιούνκερς και της αστικής τάξης της Πρωσίας και καλούνταν οι Γερμανοί εργάτες να αντισταθούν σε αυτά, να μην επιτρέψουν την προσάρτηση της Αλσατίας και της Λωραίνης και να αγωνιστούν για την αναγνώριση της Γαλλικής Δημοκρατίας. Με την έκκληση η Διεθνής χαιρετίζει την εγκαθίδρυση της Δημοκρατίας στη Γαλλία, εκφράζοντας όμως αμφιβολίες αν πρόκειται για πραγματικό βήμα προς τα εμπρός.
 

«Η δημοκρατία δεν ανέτρεψε το θρόνο, πήρε μόνο τη θέση του που είχε αδειάσει. Δεν ανακηρύχτηκε σαν κοινωνική κατάκτηση μα σαν εθνικό μέτρο άμυνας. Βρίσκεται στα χέρια μιας προσωρινής κυβέρνησης, που αποτελείται εν μέρει από γνωστούς ορλεανικούς και εν μέρει από αστούς δημοκράτες, και ανάμεσα σε αυτούς είναι και μερικοί που η εξέγερση του Ιούνη 1848 άφησε πάνω τους τα ανεξίτηλο στίγμα της. Ο καταμερισμός της δουλιάς ανάμεσα στα μέλη της κυβέρνησης δε φαίνεται να υπόσχεται πολλά καλά. Οι ορλεανικοί κατέλαβαν τις ισχυρές θέσεις του στρατού και της αστυνομίας, ενώ στους λεγόμενους δημοκρατικούς έπεσαν οι θέσεις με τα παχιά λόγια».


Η προσωρινή κυβέρνηση που ανακηρύχτηκε στις 4 Σεπτέμβρη αποφάσισε να συνεχίσει τον πόλεμο, αλλά οι Πρώσοι συνέχισαν να νικούν. Στις 16 Σεπτέμβρη του 1870, τα γερμανικά στρατεύματα έφτασαν έξω από το Παρίσι και στις 19 Σεπτέμβρη, ύστερα από την αποτυχημένη για τους Γάλλους μάχη κοντά στο Σατιγιόν, τα γερμανικά στρατεύματα απέκλεισαν την πόλη.

Η πολιορκία του Παρισιού κράτησε πιο πολύ από τέσσερις μήνες. Οι εργαζόμενες μάζες της πόλης υπέφεραν αβάσταχτα, η θνησιμότητα αυξήθηκε πάρα πολύ, η επισιτιστική κατάσταση επιδεινώθηκε. Η αστοτσιφλικάδικη τάξη από την αρχή επιδίωκε να σώσει τα συμφέροντά της και να προδώσει το λαό ερχόμενη σε συμφωνία με τους Πρώσους. Διαπραγματεύσεις για ανακωχή προωθούνταν τον Οκτώβριο του 1870, ενώ στις 27 του ίδιου μήνα ο στρατάρχης Μπαζέν παρέδωσε στον εχθρό το Μετς με όλο το στρατό του. Στην προδοτική συμπεριφορά της αστική τάξης, το προλεταριάτο απάντησε με εξέγερση στις 31 Οκτώβρη 1870, που όμως δεν είχε επιτυχία, διότι η εργατική τάξη ήταν ακόμη ανοργάνωτη. Εδειχνε όμως το δρόμο που θα ακολουθούσαν τα πράγματα μερικούς μήνες αργότερα.

Η κυρίαρχη τάξη προχώρησε σε μια νέα προδοσία στις 19 Γενάρη του 1871, όταν οδήγησε σε μια βέβαιη καταστροφή την εθνοφρουρά, όπου χάθηκαν χιλιάδες λαϊκοί αγωνιστές, με την οργάνωση μεγάλης εξόδου στον τομέα του Μπινζαβάλ (κοντά στο Παρίσι). Ετσι, ξέσπασε καινούρια εξέγερση στο Παρίσι, στις 22 Γενάρη, που όμως ήταν και αυτή αποτυχημένη, με αποτέλεσμα η κυβέρνηση να προχωρήσει σε μαζικές συλλήψεις επαναστατών, στο κλείσιμο των πολιτικών λεσχών και των δημοκρατικών δημοσιογραφικών οργάνων, στην απαγόρευση των λαϊκών συγκεντρώσεων. Η προδοσία της αστοτσιφλικάδικης ολιγαρχίας ολοκληρώθηκε με την υπογραφή συνθήκης ανακωχής και την παράδοση του Παρισιού στον εχθρό στις 28 Γενάρη του 1871.

Στις 8 Φλεβάρη εκλέχτηκε νέα εθνοσυνέλευση, σύμφωνα με τους όρους της ανακωχής, στη σύνθεση της οποίας πλειοψηφούσαν οι μοναρχικοί. Στις 17 Φλεβάρη πρωθυπουργός ανέλαβε ο Θιέρσιος και στις 26 του ίδιου μήνα υπογράφηκε στις Βερσαλλίες η προκαταρκτική συμφωνία ειρήνης, η οποία επικυρώθηκε από την εθνοσυνέλευση την 1η Μάρτη.

Οι ληστρικοί όροι της προκαταρκτικής συνθήκης ειρήνης (η Γαλλία έχανε την Αλσατία και την Ανατολική Λωραίνη και υποχρεωνόταν να πληρώσει μια τεράστια πολεμική αποζημίωση από 5 δισεκατομμύρια χρυσά φράγκα) και η προδοσία των κυρίαρχων τάξεων της Γαλλίας (ο Θιέρσος ανακοίνωσε πως όλα τα δάνεια και οι οικονομικές υποχρεώσεις των πολιτών, που είχαν παγώσει κατά τη διάρκεια της πολιορκίας, θα έπρεπε να πληρωθούν πάραυτα προκειμένου να χρηματοδοτηθούν οι πολεμικές αποζημιώσεις), οδήγησαν το παρισινό προλεταριάτο. το οποίο σημειωτέον δεν είχε αφοπλιστεί, σε νέα εξέγερση για ένα καινούριο κοινωνικό σύστημα.



Η Κομμούνα


Για να αντιμετωπίσουν την αστοτσιφλικάδικη αντίδραση που είχε συσπειρωθεί γύρω από την κυβέρνηση του Θιέρσου, οι εργάτες και οι μικροαστοί του Παρισιού ίδρυσαν το Φλεβάρη - Μάρτη του 1871 μια μαζική πολιτική οργάνωση, τη «Δημοκρατική Ομοσπονδία της Εθνοφρουράς του Τμήματος του Σηκουάνα» με δύναμη 215 τάγματα που συγκροτήθηκαν στις εργατικές και σε άλλες δημοκρατικές συνοικίες. Η Κεντρική Επιτροπή της Οργάνωσης αυτής, με επικεφαλής επιφανείς δημοκράτες και σοσιαλιστές (ανάμεσά τους και μέλη της Διεθνούς), έγινε το έμβρυο της νέας λαϊκής εξουσίας που ξεπηδούσε μέσα από το λαό.


Στις 18 Μάρτη του 1871, κυβερνητικά στρατεύματα εισέβαλαν στις εργατικές συνοικίες του Παρισιού, στο Μπελβίλ και αλλού, περικύκλωσαν τη Μονμάρτη και απαίτησαν την παράδοση των όπλων της Εθνοφρουράς. Οι εθνοφρουροί με την υποστήριξη του λαού προέβαλαν αντίσταση, οι στρατιώτες διατάχθηκαν να επιτεθούν, αλλά λίγοι από αυτούς υπάκουσαν. Δύο στρατηγοί, ο Λεκόντ και ο Τομά, συνελήφθησαν από τους στρατιώτες τους και τουφεκίστηκαν. Η ΚΕ της Εθνοφρουράς πέρασε στην επίθεση. Έτσι ξεκίνησε η εξέγερση. Οι εξεγερμένοι κατέλαβαν το Δημαρχείο, ενώ η εξουσία πέρασε στα χέρια της Κεντρικής Επιτροπής της Εθνοφρουράς. Στις 20 Μάρτη έγιναν προσπάθειες εξέγερσης και σε άλλες πόλεις, που όμως απέτυχαν. Εν τω μεταξύ, η κυβέρνηση της Γαλλίας μεταφέρθηκε στις Βερσαλλίες (17 με 18 χλμ. δυτικά του Παρισιού), που οι Γερμανοί είχαν, στο μεταξύ, εκκενώσει. 
Στις 26 Μάρτη, εκλέγεται η Παρισινή Κομμούνα και στις 28 ανακηρύχτηκε πανηγυρικά και επίσημα σε κυβέρνηση. 
Για μια ακόμη φορά ο γαλατικός κόκορας είχε λαλήσει. Οι ηγέτες της Ευρώπης στην αρχή έκαναν τους κουφούς, περιμένοντας πιθανόν πως τα κακαρίσματα θα σταματούσαν αν δεν τους έδιναν σημασία. Όταν η τακτική αυτή απέτυχε, πανικοβλήθηκαν. Ήταν χάρμα οφθαλμών. Οι Times του Λονδίνου εξαπέλυσαν μύδρους εναντίον «αυτής της επικίνδυνης αντίληψης περί Δημοκρατίας, αυτής της συνομωσίας ενάντια στον πολιτισμό στην ίδια την αποκαλούμενη πρωτεύουσά του». Μέχρι κι ο Κάρολος Μαρξ, έγραψαν, είχε τρομοκρατηθεί τόσο από την εξέγερση που έστειλε στα γαλλικά στελέχη της Διεθνούς ένα αυστηρό μήνυμα καλώντας τους να υπαναχωρήσουν.
Η εφημερίδα αναγκάστηκε να δημοσιεύσει τη διάψευση του Μαρξ, ο οποίος αποκάλυψε ότι η επιστολή ήταν μια «αναιδέστατη πλαστογραφία». «Να μην πιστεύεις λέξη από όσα διαβάζεις στον αστικό Τύπο για τα εσωτερικά γεγονότα του Παρισιού», συμβούλευε τον Λίμπκνεχτ στη Γερμανία. «Είναι όλα ψέματα κι απάτη. Ποτέ άλλοτε η φιδίσια μοχθηρία των γραφιάδων του αστικού Τύπου δεν ξεδιπλώθηκε έτσι σ’ όλο της το μεγαλείο».
Ο ενθουσιασμός του Μαρξ για τα γεγονότα του Παρισιού μετριάστηκε μόνο από το φόβο ότι οι επαναστάτες ήταν πολύ τίμιοι και η τιμιότητα δεν θα τους έβγαινε σε καλό. Αντί να προελάσουν ευθύς για τις Βερσαλλίες και να τελειώνουν με τον Θιέρσο και την άθλια ομάδα του έχασαν «πολύτιμο χρόνο», διοργανώνοντας δημοτικές εκλογές για την Κομμούνα.
Διαφωνούσε επίσης με την απόφασή τους να επιτρέψουν στην Τράπεζα της Γαλλίας να συνεχίσει τις δραστηριότητές της: εάν ήταν υπεύθυνος ο ίδιος, θα είχε λεηλατήσει παρευθύς τα υπόγειά της. Παρόλα αυτά δεν είχε σημασία. Ήταν ευτυχία που είχε ξημερώσει εκείνη η μέρα: «Η ιστορία δεν έχει να επιδείξει άλλο τέτοιο παράδειγμα μεγαλείου».
Από τους 92 Κομμουνάρους που εξελέγησαν με λαϊκή ψηφοφορία στις 28 Μαρτίου, οι 17 ήταν μέλη της διεθνούς. Το Γενικό Συμβούλιο συγκάλεσε συνέλευση στο Λονδίνο, την ίδια κιόλας μέρα, και αποφάσισε ομοφώνως να γράψει ο Μαρξ το σχεδίασμα μια νέας «Διακήρυξης προς το Λαό του Παρισιού». Δεν υπήρξε άμεση συνέχεια. Τους δυο μήνες που κράτησε η Κομμούνα, η Διεθνής δεν έκανε ούτε μια δήλωση. Όταν ο Μαρξ παρέδωσε την 50σέλιδη Διακήρυξη στις 30 Μαΐου, όλα είχαν τελειώσει. 

Η Κομμούνα έπεσε στις 28 Μάη του 1871. Το τέλος της υπήρξε τραγικό. Οι κυρίαρχες τάξεις της Γαλλίας θέλησαν να τιμωρήσουν παραδειγματικά το προλεταριάτο για το γεγονός ότι αμφισβήτησε την εξουσία τους και στην επιδίωξή τους αυτή βρήκαν αρωγό τους πρώην εχθρούς τους, δηλαδή την πρωσική ολιγαρχία. Γράφει ο Denis Richards: «Αδυνατώντας να καταλάβει το Παρίσι με έφοδο και άγριο βομβαρδισμό, ο Θιέρσος αναγκάστηκε να ζητήσει από τον Βίσμαρκ να του επιτρέψει να αυξήσει το στρατό της Γαλλίας από 80.000 σε 150.000. Αλλά και μετά από συνεχή επίθεση πέντε εβδομάδων, όταν ο στρατός της Συνέλευσης (φιλομοναρχικός) κατόρθωσε να μπει στο Παρίσι έπρεπε να παλέψει από δρόμο σε δρόμο, από σπίτι σε σπίτι έως ότου κυριαρχήσει σε όλη την πόλη». Η αγριότητα των νικητών ξεπερνούσε κάθε προηγούμενο. «Οι φυλακές του Παρισιού πλημμύρισαν από το αίμα, τα νεκροταφεία από τους άταφους νεκρούς... Έχει υπολογιστεί ότι το επεισόδιο της Κομμούνας την άνοιξη του 1871 κόστισε υλικές ζημιές 20.000.000 χρυσά φράγκα της εποχής, ενώ, παράλληλα, 100.000 Παριζιάνοι πλήρωσαν με φυλακή, εξορία, εκτόπιση ή θάνατο». 


http://proletariates.blogspot.gr/2013/03/18-28-1871.html


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου